Ήταν ένας Ιταλός, ένας Γερμανός, ένας Τούρκος κι ένας Έλληνας σε ένα αεροπλάνο (были = летят как-то итальянец, немец, турок и грек в самолете). Κάποια στιγμή λέει ο πιλότος ότι (вдруг: «в какой-то момент» говорит пилот, что) πρέπει να πέσουν τρία άτομα για να σωθεί το αεροπλάνο (нужно, чтобы выпали три человека, чтобы спасся самолет; πέφτω; σώζομαι), οπότε σηκώνεται ο Ιταλός και λέει (тогда встает итальянец и говорит): – «Ζήτω η Ιταλία!» και πέφτει (да здравствует Италия! и падает = выпрыгивает). Μετά ο Γερμανός (затем немец) και τέλος σηκώνεται κι ο Έλληνας και φωνάζοντας (и, наконец, встает грек и с криком: «крича»; φωνάζω): – «Ζήτω η Ελλάδα», αρπάζει τον Τούρκο και τον πετάει από κάτω (хватает турка и выбрасывает его вниз).

Ήταν ένας Ιταλός, ένας Γερμανός, ένας Τούρκος κι ένας Έλληνας σε ένα αεροπλάνο. Κάποια στιγμή λέει ο πιλότος ότι πρέπει να πέσουν τρία άτομα για να σωθεί το αεροπλάνο, οπότε σηκώνεται ο Ιταλός και λέει: – «Ζήτω η Ιταλία!» και πέφτει. Μετά ο Γερμανός και τέλος σηκώνεται κι ο Έλληνας και φωνάζοντας:

– «Ζήτω η Ελλάδα», αρπάζει τον Τούρκο και τον πετάει από κάτω.

Γυρνάει μία κοπέλα από το ραντεβού της, τελείως καταπτοημένη (возвращается одна девушка со свидания вконец обескураженная).

– Τι έχεις (что с тобой: «что имеешь»); ρωτά η μητέρα της (спрашивает ее мать). Χωρίσατε (расстались; χωρίζομαι);

– Όχι, αντίθετα (нет, напротив)! Ο Μιχάλης μου ζήτησε να τον παντρευτώ (Михаил сделал мне предложение: «меня просил, чтобы /я/ за него вышла замуж»; ζητάω; παντρεύομαι)!

– Και γιατί στενοχωριέσαι (и почему /ты/ такая расстроенная: «расстраиваешься»; στενοχωριέμαι);

– Γιατί μου είπε επίσης ότι είναι άθεος (потому что /он/ мне сказал еще, что /он/ атеист). Μαμά, δεν πιστεύει καν ότι υπάρχει Κόλαση (мама, /он/ не верит даже, что ад существует)!

– Παντρέψου τον (выходи за него; παντρεύομαι). Και μην φοβάσαι, θα του δείξουμε πόσο άδικο έχει (и не бойся, /мы/ ему покажем, как он/ неправ; δείχνω; έχω άδικο).

Γυρνάει μία κοπέλα από το ραντεβού της, τελείως καταπτοημένη.

– Τι έχεις; ρωτά η μητέρα της. Χωρίσατε;

– Όχι, αντίθετα! Ο Μιχάλης μου ζήτησε να τον παντρευτώ!

– Και γιατί στενοχωριέσαι;

– Γιατί μου είπε επίσης ότι είναι άθεος. Μαμά, δεν πιστεύει καν ότι υπάρχει Κόλαση!

– Παντρέψου τον. Και μην φοβάσαι, θα του δείξουμε πόσο άδικο έχει.

Η κυρία στο φούρναρη (женщина – пекарю; ο φούρναρης):

– «Είμαι τόσο νευριασμένη μαζί σας (я так нервничаю из-за вас), το ψωμί που μου δώσατε χθες ήταν μπαγιάτικο (хлеб, что вы мне продали: «дали» вчера, был черствый; δίνω – давать; продавать)

– «Μα, τι λέτε κυρία μου, εμείς φτιάχνουμε ψωμί εδώ και 20 χρόνια (да что вы говорите, госпожа, мы печем: «готовим» хлеб уже 20 лет)

Και η κυρία:

– «Ναι, αλλά το πουλάτε τώρα (да, но продаете его сейчас)

Η κυρία στο φούρναρη:

– «Είμαι τόσο νευριασμένη μαζί σας, το ψωμί που μου δώσατε χθες ήταν μπαγιάτικο.»

– «Μα, τι λέτε κυρία μου, εμείς φτιάχνουμε ψωμί εδώ και 20 χρόνια!»

Και η κυρία:

– «Ναι, αλλά το πουλάτε τώρα!»

Ο πελάτης αγανακτισμένος (возмущенный клиент; αγανακτώ – возмущаться, негодовать): Τι κατάσταση είναι αυτή (что это такое: «что за ситуация эта»?); Όλη τη νύχτα δεν έκλεισα μάτι (всю ночь не сомкнул глаз; κλείνω – закрывать), παρακολουθώντας μια ολόκληρη μάχη ποντικών (наблюдая целую = настоящую битву мышей; παρακολουθώ; το ποντίκι)!

Ο ξενοδόχος (хозяин гостиницы): Και τι θα θέλατε να δείτε κύριε με τα λεφτά που δώσατε (а что вы хотели увидеть, господин, за те деньги, которые заплатили?; βλέπω; δίνω – давать; платить); Ταυρομαχίες (корриду?; ο ταύρος – бык; η μάχη – бой, борьба);

Ο πελάτης αγανακτισμένος: Τι κατάσταση είναι αυτή; Όλη τη νύχτα δεν έκλεισα μάτι, παρακολουθώντας μια ολόκληρη μάχη ποντικών!

Ο ξενοδόχος: Και τι θα θέλατε να δείτε κύριε με τα λεφτά που δώσατε; Ταυρομαχίες;

Πάει ένας τύπος μετά από πολύ καιρό στο γιατρό του (идет один человек спустя много времени к своему врачу; ο τύπος – тип, вид, категория; человек, тип; ο καιρός; ο γιατρός) να ρωτήσει για τα αποτελέσματα από κάτι εξετάσεις που είχε κάνει (чтобы спросить о результатах каких-то анализов, которые он делал = сдавал; ρωτάω; το αποτέλεσμα; η εξέταση – рассмотрение, исследование; анализ, медицинское обследование).

– «Τι γίνεται γιατρέ (как дела: «что происходит», доктор?); Όλα καλά, έτσι (все хорошо, да: «так»?)

– «Δυστυχώς έχω για σένα δυσάρεστα νέα και πολύ δυσάρεστα νέα, λέει ο γιατρός (к сожалению, у меня для тебя неприятные и очень неприятные новости, говорит врач; το νέο). Ποια θες να ακούσεις πρώτα (какую хочешь услышать первой?)

– «Τι μου λες γιατρέ μου τώρα (что ты /такое/ мне говоришь, доктор); Με κάνεις και ανησυχώ (ты меня заставляешь волноваться; κάνω – делать; заставлять). Πες μου τα δυσάρεστα πρώτα (скажи мне неприятную сначала). Τι τρέχει (что происходит; τρέχω – бежать; происходить)

– «Κοίτα (смотри)! Οι εξετάσεις δείχνουν ότι έχεις 24 ώρες ζωής (анализы показывают, что у тебя /осталось/ 24 часа жизни)

– «Τι λες ρε γιατρέ τώρα (что ты такое говоришь, доктор?); Και τα πολύ δυσάρεστα ποια είναι δηλαδή (а очень неприятная какая же тогда?; δηλαδή – а именно; что же)

– «Σε ψάχνω από χθες (/я/ тебя ищу со вчерашнего дня)!..»

Πάει ένας τύπος μετά από πολύ καιρό στο γιατρό του να ρωτήσει για τα αποτελέσματα από κάτι εξετάσεις που είχε κάνει.

– «Τι γίνεται γιατρέ; Όλα καλά, έτσι;»

– «Δυστυχώς έχω για `σένα δυσάρεστα νέα και πολύ δυσάρεστα νέα, λέει ο γιατρός. Ποια θες να ακούσεις πρώτα;»

– «Τι μου λες γιατρέ μου τώρα; Με κάνεις και ανησυχώ. Πες μου τα δυσάρεστα πρώτα. Τι τρέχει;»

– «Κοίτα! Οι εξετάσεις δείχνουν ότι έχεις 24 ώρες ζωής!»

– «Τι λες ρε γιατρέ τώρα; Και τα πολύ δυσάρεστα ποια είναι δηλαδή;»

– «Σε ψάχνω από χθες!..»

Μια βραδιά ο πατέρας του Τοτού είχε καλεσμένους στο σπίτι και τον έστειλε να πάρει κόκα κόλα (однажды вечером отец Тотоса пригласил домой гостей и послал его купить кока-колы; έχω; στέλνω; παίρνω – брать; покупать). Πάει λοιπόν ο Τοτός και κατά λάθος (и вот идет Тотос и по ошибке), μπαίνει στο χασάπικο (заходит в мясную лавку).

Αφηρημένος όπως ήταν ζητάει του χασάπη μια κόκα κόλα (рассеянный как обычно: «как был», просит у мясника кока-колу; αφηρημένος – абстрактный, отвлеченный; рассеянный; ο χασάπης). Ο χασάπης του λέει ότι δεν έχει και αυτός φεύγει (мясник ему говорит, что у него ее нет: «что не имеет», и тот уходит). Πάει στο σπίτι και το λέει του πατέρα του ότι δεν είχε το μαγαζί (идет /он/ домой и говорит отцу, что в магазине /кока-колы/ нет). Αυτός του είπε να ξαναπάει (/а/ тот сказал ему сходить снова; λέω).

Ξαναπάει λοιπόν στο χασάπικο (итак, он снова идет в мясную лавку; ξανά – вновь, еще раз; ξαναπηγαίνω) και ξαναλέει του χασάπη να του δώσει κόκα κόλα (и опять говорит мяснику, чтоб дал ему кока-колы; ξαναλέω; δίνω). Ο χασάπης του λέει ότι δεν έχει (мясник ему говорит, что у него ее нет) και ότι αν του το ξαναπεί, θα τον κρεμάσει ανάποδα (и что, если он ему еще раз скажет /такое/, тот подвесит его верх ногами; κρεμάω; το πόδι – нога).

Ο Τοτός ξαναζητάει λοιπόν και τον πιάνει ο χασάπης και τον κρεμάει ανάποδα (и вот Тотос снова просит, и берет его мясник и вешает верх ногами; ξαναζητάω; πιάνω).

Έτσι όμως που τον κρέμασε (вися таким образом: «как его повесили»), βλέπει ο Τοτός ένα αρνί κρεμασμένο και το ρωτάει (видит Тотос барана, подвешенного /за ноги/, и спрашивает его):

– «Και εσύ για κόκα κόλα ήρθες (и ты за кока-колой пришел?; έρχομαι)

Μια βραδιά ο πατέρας του Τοτού είχε καλεσμένους στο σπίτι και τον έστειλε να πάρει κόκα κόλα. Πάει λοιπόν ο Τοτός και κατά λάθος, μπαίνει στο χασάπικο.

Αφηρημένος όπως ήταν ζητάει του χασάπη μια κόκα κόλα. Ο χασάπης του λέει ότι δεν έχει και αυτός φεύγει. Πάει στο σπίτι και το λέει του πατέρα του ότι δεν είχε το μαγαζί. Αυτός του είπε να ξαναπάει.

Ξαναπάει λοιπόν στο χασάπικο και ξαναλέει του χασάπη να του δώσει κόκα κόλα. Ο χασάπης του λέει ότι δεν έχει και ότι αν του το ξαναπεί, θα τον κρεμάσει ανάποδα.

Ο Τοτός ξαναζητάει λοιπόν και τον πιάνει ο χασάπης και τον κρεμάει ανάποδα.

Έτσι όμως που τον κρέμασε, βλέπει ο Τοτός ένα αρνί κρεμασμένο και το ρωτάει:

– «Και εσύ για κόκα κόλα ήρθες;»

Έσκαβε ο Τοτός στην αυλή του μια τρύπα (выкопал Тотос во дворе ямку: «отверстие»; σκάβω). Περνούσε ο γείτονας και είδε τον Τοτό να σκάβει (проходил сосед и увидел, как Тотос копает; περνάω; βλέπω). Τον ρωτάει (спрашивает его):

– Τι κάνεις εκεί μικρέ (что ты там делаешь, малыш; κάνω);

– Πέθανε το καναρίνι μου και το θάβω (умерла моя канарейка, и я ее хороню; πεθάνω), αποκρίνεται ο Τοτός με σκυμμένο το κεφάλι (отвечает Тотос с поникшей головой; αποκρίνομαι; σκύβω – гнуть, нагибать).

– Και γιατί κάνεις τόσο μεγάλη τρύπα (а зачем делаешь такую большую ямку: «дыру»); Ξαναρωτάει ο γείτονας (снова спрашивает сосед).

– Γιατί το καναρίνι μου είναι μέσα στον ηλίθιο τον γάτο σου, απαντάει ο Τοτός (потому что моя канарейка внутри твоего тупого кота, отвечает Тотос; ο γάτος).

Έσκαβε ο Τοτός στην αυλή του μια τρύπα. Περνούσε ο γείτονας και είδε τον Τοτό να σκάβει. Τον ρωτάει:

– Τι κάνεις εκεί μικρέ;

– Πέθανε το καναρίνι μου και το θάβω, αποκρίνεται ο Τοτός με σκυμμένο το κεφάλι.

– Και γιατί κάνεις τόσο μεγάλη τρύπα; Ξαναρωτάει ο γείτονας.

– Γιατί το καναρίνι μου είναι μέσα στον ηλίθιο τον γάτο σου, απαντάει ο Τοτός.

Ο Τοτός παίζει για ώρα στον κήπο (Тотос играет некоторое время в саду; ο κήπος), και η μητέρα του επιτέλους του φωνάζει (и мать, наконец, ему кричит; φωνάζω):

– Άντε πιά μαζέψου σπίτι (хватит уже, собирайся домой; μαζεύομαι)! Τι κάνεις τόση ώρα (что ты там делаешь столько времени; η ώρα – час; время);

Ο μικρός απαντά (ребенок отвечает; μικρός – маленький; ο μικρός – ребенок):

– Άσε με μαμά, παίζω με τον παππού (оставь меня, мама, я играю с дедушкой; ο παππούς)!

Κι η μητέρα του μονολογεί (и его мать говорит себе; μονολογώ; ο μονόλογος – монолог):

– Α το παλιόπαιδο, πάλι ξέθαψε τον παππού (ах, дрянной мальчишка, опять выкопал дедушку; ξεθάβω)!

Ο Τοτός παίζει για ώρα στον κήπο, και η μητέρα του επιτέλους του φωνάζει:

– Άντε πιά μαζέψου σπίτι! Τι κάνεις τόση ώρα;

Ο μικρός απαντά:

– Άσε με μαμά, παίζω με τον παππού!

Κι η μητέρα του μονολογεί:

– Α το παλιόπαιδο, πάλι ξέθαψε τον παππού!

Ο Τοτός στο φίλο του πατέρα του (Тотос другу своего отца; ο φίλος; ο πατέρας):

– Είναι αλήθεια αυτά που λέει ο μπαμπάς μου για σας (это правда то, что говорит папа мой про вас);

– Τι λέει, δηλαδή παιδί μου (что именно он говорит, детка);

– Να, ότι δημιουργηθήκατε μόνος σας (ну что вы сделали себя сам; δημιουγούμαι – творить, создавать).

– Ναι, αλήθεια είναι (да, это правда).

– Μα τότε γιατί δεν φροντίσατε να γίνετε πιο ψηλός και πιο όμορφος (а тогда почему вы не позаботились стать более высоким и более красивым; φροντίζω);

Ο Τοτός στο φίλο του πατέρα του:

– Είναι αλήθεια αυτά που λέει ο μπαμπάς μου για σας;

– Τι λέει, δηλαδή παιδί μου;

– Να, ότι δημιουργηθήκατε μόνος σας.

– Ναι, αλήθεια είναι.

– Μα τότε γιατί δεν φροντίσατε να γίνετε πιο ψηλός και πιο όμορφος;

Ένας ληστής, αφού διέρρηξε ένα σπίτι, πιάνει όμηρους ένα ηλικιωμένο ζευγάρι (один бандит, взломав дом, берет в заложники пожилую пару; αφού – когда, как только; διαρρηγνύω; ο όμηρος). Θέλοντας να σκοτώσει ένα απο τους δύο, προσπαθεί να αποφασίσει (желая убить одного из двоих, пытается решить; θέλω; σκοτώνω; αποφασίζω). Ρωτάει τη γυναίκα (спрашивает жену; η γυναίκα – женщина; жена):

– «Πως σε λένε εσένα (как тебя зовут)

– «Κλημεντίνη (Климентина)

– «Α! έτσι λένε τη μάνα μου (а, так зовут мою маму), δεν θα σε πειράξω εσένα (не трону тебя; πειράζω – трогать, касаться; вредить, приносить вред)

Στη συνέχεια ρωτάει τον άνδρα (затем спрашивает мужа; ο άντρας – мужчина; муж, супруг):

– «Πως σε λένε εσένα;»

– «Παναγιώτη, αλλά με φωνάζουν και Κλημεντίνη (Панайотис, но меня зовут и Климентиной; φωνάζω – кричать; звать, вызывать)

Ένας ληστής, αφού διέρρηξε ένα σπίτι, πιάνει όμηρους ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Θέλοντας να σκοτώσει ένα απο τους δύο, προσπαθεί να αποφασίσει. Ρωτάει τη γυναίκα:

– «Πως σε λένε εσένα;»

– «Κλημεντίνη.»

– «Α! έτσι λένε τη μάνα μου, δεν θα σε πειράξω εσένα.»

Στη συνέχεια ρωτάει τον άνδρα:

– «Πως σε λένε εσένα;»

– «Παναγιώτη, αλλά με φωνάζουν και Κλημεντίνη.»

Έχω παντρευτεί δυο φορές, λέει κάποιος (я женился два раза, говорит некто; παντρεύομαι), αλλά δυστυχώς στάθηκα άτυχος (но, к сожалению, остался несчастным = мне не повезло; στέκομαι – стоять; оставаться, оказываться; η τύχη – судьба; удача, счастье; τυχερός – счастливый; δυσ-, α- приставки со знач. отрицания).

– Τι κρίμα (как жаль). Γιατί (почему);

– Η πρώτη μου γυναίκα με παράτησε (первая моя жена меня бросила; παρατώ).

– Και η δεύτερη (а вторая);

– Η δεύτερη έμεινε (вторая осталась; μένω – жить, пребывать; оставаться)

Έχω παντρευτεί δυο φορές, λέει κάποιος, αλλά δυστυχώς στάθηκα άτυχος.

– Τι κρίμα. Γιατί;

– Η πρώτη μου γυναίκα με παράτησε.

– Και η δεύτερη;

– Η δεύτερη έμεινε…

Μόλις μερικές μέρες αφότου άνοιξαν τα σχολεία (спустя: «едва /прошло/» несколько дней, как открылась школа; ανοίγω; το σχολείο), η δασκάλα του μικρού τηλεφωνεί στη μητέρα του (учительница ребенка звонит его матери; το μικρός – ребенок; μικρός – маленький):

– Είναι πολύ άτακτος (он очень непослушный; άτακτος – беспорядочный; недисциплинированный)! της λέει (ей говорит; λέω), δεν ξέρω τι να τον κάνω μέσα στην τάξη (не знаю, что с ним делать в классе; η τάξη – порядок; класс)!

Κι η μητέρα (а мать):

Α, για να σας πω (/знаете, что/ я вам скажу; λέω)! Εγώ που τον είχα σχεδόν τρεις μήνες συνέχεια στις διακοπές (я, когда была с ним почти три месяца постоянно на каникулах; έχω – иметь; ο μήνας), σας πήρα να σας κάνω παράπονα (вам /разве/ звонила, чтобы нажаловаться?; παίρνω – брать; звонить кому-л. по телефону; το παράπονο – жалоба);

Μόλις μερικές μέρες αφότου άνοιξαν τα σχολεία, η δασκάλα του μικρού τηλεφωνεί στη μητέρα του:

– Είναι πολύ άτακτος! της λέει, δεν ξέρω τι να τον κάνω μέσα στην τάξη!

Κι η μητέρα:

Α, για να σας πω! Εγώ που τον είχα σχεδόν τρεις μήνες συνέχεια στις διακοπές, σας πήρα να σας κάνω παράπονα;

– Ρωτάει ο δάσκαλος: Το φεγγάρι είναι πιο μακριά ή η Κίνα (спрашивает учитель, луна дальше или Китай?);

– Η Κίνα, απαντά ο Σβίγκος (Китай, – отвечает Звигос). Γιατί το φεγγάρι το βλέπουμε, ενώ την Κίνα δεν τη βλέπουμε καθόλου (Потому что луну мы видим, а Китая не видно совсем; βλέπω)!

– Ρωτάει ο δάσκαλος, το φεγγάρι είναι πιο μακριά ή η Κίνα;

– Η Κίνα, απαντά ο Σβίγκος. Γιατί το φεγγάρι το βλέπουμε, ενώ την Κίνα δεν τη βλέπουμε καθόλου!

Ένας λεφτάς πάει σε μια αυτοκινητοβιομηχανία (один богач идет на автомобильное предприятие; ο λεφτάς – богач /от сущ. τα λεφτά – деньги/; η αυτοκινητοβιομηχανία; το αυτοκίνητο – автомобиль; η βιομηχανία – промышленность) που πουλούσε μόνο Πόρσε (которое продавало только порше; πουλάω). Πάει και ρωτάει τον πωλητή (идет и спрашивает продавца; ο πωλητής):

– «Γεια σας, θέλω να αγοράσω μια Πόρσε καλή (здравствуйте, хочу купить хороший порше; αγοράζω)»

Τότε ο καταστηματάρχης του δείχνει μια τέλεια Πόρσε (тогда владелец предприятия показывает ему безупречный порше; το κατάστημα – магазин; предприятие; δείχνω).

– «Πόσο κοστίζει;» ρωτάει αυτός (сколько стоит, спрашивает тот).

– «Κοστίζει 200.000€.»

– «Μα εγώ έχω μόνο 199.999€ (но у меня только: «но я имею только»)

– Συγνώμη κύριε αλλά πρέπει να μας δώσετε όλα τα λεφτά (извините, господин, но вы должны нам заплатить полную сумму: «все деньги»; δίνω – давать; платить) άμα θέλετε το αυτοκίνητο (если желаете /приобрести/ автомобить; άμα – как только, когда; если).

– «Καλά», λέει και βγαίνει στον δρόμο (хорошо, говорит и выходит на улицу; ο δρόμος – дорога, путь; улица). Βρίσκει έναν περαστικό πόντιο τον Γιωρίκα και τον ρωτάει (находит = встречает там проходившего мимо понтийца Йорикаса и спрашивает его):

– «Έχετε 1€ να πάρω μια Πόρσε (у вас есть 1€, чтобы я купил: «взял» порше; παίρνω);» Και ο Γιωρίκας του απαντά (а Йорикас ему отвечает):

– «Ορίστε πάρε 2€ και πάρε μου και εμένα μια (вот, держи 2€ и возьми и мне один; παίρνω)!

Ένας λεφτάς πάει σε μια αυτοκινητοβιομηχανία που πουλούσε μόνο Πόρσε. Πάει και ρωτάει τον πωλητή:

– «Γεια σας θέλω να αγοράσω μια Πόρσε καλή»

Τότε ο καταστηματάρχης του δείχνει μια τέλεια Πόρσε.

– «Πόσο κοστίζει;» ρωτάει αυτός.

– «Κοστίζει 200.000€.»

– «Μα εγώ έχω μόνο 199.999€.»

Συγνώμη κύριε αλλά πρέπει να μας δώσετε όλα τα λεφτά άμα θέλετε το αυτοκίνητο.

– «Καλά», λέει και βγαίνει στον δρόμο. Βρίσκει έναν περαστικό πόντιο τον Γιωρίκα και τον ρωτάει:

– «Έχετε 1€ να πάρω μια Πόρσε;» Και ο Γιωρίκας του απαντά:

– «Ορίστε πάρε 2€ και πάρε μου και εμένα μια!

Στον Κατακλυσμό, ο Νώε, έχει συγκεντρώσει ένα ζευγάρι από όλα τα είδη των ζώων (во /время/ Всемирного потопа Ной собрал по паре от всех видов животных; ο κατακλυσμός – потоп, наводнение; συγκεντρώνω; το είδος; το ζώο).

Ανάμεσά τους, είναι κι ένα βατραχάκι (среди них есть = был и лягушонок; ο βάτραχος – лягушка; -άκι – уменьш. суффикс) που τον έχει ζαλίσει στις ερωτήσεις (которая замучила его вопросами; ζαλίζω – вызывать головокружение; утомлять, докучать; η ερώτηση).

Μια μέρα, έρχεται το βατραχάκι και ρωτάει το Nώε (однажды приходит лягушоноки спрашивает Ноя):

– Νώωωε, τι φάααμε σήμεραααα (Но-о-о-ой, что будем е-е-е-есть сего-о-одня; τρώω);

– Πατάτες! του απαντάει ο Νώε (картошку, ей отвечает Ной).

Την επόμενη μέρα (на следующий день)

– Νώωωε, τι φάααμε σήμεραααα (Ной, что будем есть сегодня);

– Πατάτες! του απαντάει πάλι ο Νώε (картошку, ей отвечает опять Ной).

Την τρίτη μέρα (на третий день)

– Νώωωε, τι φάααμε σήμεραααα;

– Πατάτες!

Την τέταρτη μέρα (на четвертый день)

– Νώωωε, τι φάααμε σήμεραααα;

– Σήμερα, απαντάει εκνευρισμένος ο Νώε (сегодня, отвечает рассерженно: «раздраженный» Ной), θα φάμε ένα πράσινο ζωάκι με μεγάλο στόμα (будем есть зеленую зверюшку с большим ртом; το ζώο – животное; -άκι – уменьш. суффикс)!

Και το βατραχάκι, σουφρώνοντας όσο περισσότερο μπορούσε το στόμα του (а лягушка, сморщив как только могла свой рот; σουφρώνω):

– Αααααα! Το καημένο το κροκοδειλάκι (а-а-а, бедного крокодильчика; ο κροκόδειλος)!

Στον Κατακλυσμό, ο Νώε, έχει συγκεντρώσει ένα ζευγάρι από όλα τα είδη των ζώων.

Ανάμεσά τους, είναι κι ένα βατραχάκι που τον έχει ζαλίσει στις ερωτήσεις.

Μια μέρα, έρχεται το βατραχάκι και ρωτάει το Nώε:

– Νώωωε, τι φάααμε σήμεραααα;

– Πατάτες! του απαντάει ο Νώε.

Την επόμενη μέρα…

– Νώωωε, τι φάααμε σήμεραααα;

– Πατάτες! του απαντάει πάλι ο Νώε.

Την τρίτη μέρα…

– Νώωωε, τι φάααμε σήμεραααα;

– Πατάτες!

Την τέταρτη μέρα…

– Νώωωε, τι φάααμε σήμεραααα;

– Σήμερα, απαντάει εκνευρισμένος ο Νώε, θα φάμε ένα πράσινο ζωάκι με μεγάλο στόμα!

Και το βατραχάκι, σουφρώνοντας όσο περισσότερο μπορούσε το στόμα του:

– Αααααα! Το καημένο το κροκοδειλάκι!

Ο Πόντιος πάει σε ένα περίπτερο (понтиец идет в киоск). Ρωτάει τον περιπτερά (спрашивает продавца киоска; ο περιπτεράς):

– «Αγγλικά ξέρεις (английский знаешь)

– «Όχι,» απαντάει ο περιπτεράς (нет, отвечает продавец). «Καλά,» λέει ο Πόντιος και φεύγει (ладно, говорит понтиец и уходит). Πάει σε ένα άλλο και ξαναρωτάει (идет в другой и снова спрашивает; ρωτάω; ξανα- /прист./ снова, опять):

– «Αγγλικά ξέρεις;»

– «Όχι,» λέει και αυτός ο περιπτεράς (нет, говорит и тот продавец). «Καλά,» λέει ο Πόντιος και φεύγει. Τελοσπάντων, αφού είχε γυρίσει πολλά περιπτερά (наконец, после того, как он обошел много киосков; γυρίζω – кружиться, вращаться; прогуливаться), πάει και σε ένα τελευταίο περίπτερο (идет в последний киоск; πηγαίνω). Το ίδιο πάλι (то же самое снова).

– «Αγγλικά ξέρεις;» ρωτάει ο Πόντιος τον περιπτερά.

– «Ναι,» λέει ο περιπτεράς (да, отвечает продавец)! Και λέει ο Πόντιος (тогда понтиец говорит).

– «Ε φέρε μου τότε ένα Marlboro (э, подай: «принеси» мне тогда Marlboro; φέρνω)

Ο Πόντιος πάει σε ένα περίπτερο. Ρωτάει τον περιπτερά:

– «Αγγλικά ξέρεις;»

– «Όχι,» απαντάει ο περιπτεράς. Καλά λέει ο Πόντιος και φεύγει. Πάει σε ένα άλλο και ξαναρωτάει:

– «Αγγλικά ξέρεις;»

– «Όχι,» λέει και αυτός ο περιπτεράς. Καλά λέει ο Πόντιος και φεύγει. Τελοσπάντων, αφού είχε γυρίσει πολλά περιπτερά, πάει και σε ένα τελευταίο περίπτερο. Το ίδιο πάλι.

– «Αγγλικά ξέρεις;» ρωτάει ο Πόντιος τον περιπτερά.

– «Ναι λέει ο περιπτεράς!» Και λέει ο Πόντιος.

– «Ε φέρε μου τότε ένα Marlboro!»

Η δασκάλα στο μαθητή (учительница – ученику; ο μαθητής):

– Γιατί δεν προσπαθείς να φτιάξεις λίγο τα γράμματά σου (почему ты не стараешься исправить свой почерк: «свои буквы»?; φτιάχνω – делать, изготовлять; поправлять, приводить в порядок; το γράμμα);

– Γιατί άμα μεγαλώσω θέλω να γίνω γιατρός (потому что, когда вырасту, хочу стать врачом; άμα – как только; когда; μεγαλώνω – выращивать, воспитывать; расти, вырастать; μεγάλος – большой; взрослый; γίνομαι)!

Η δασκάλα στο μαθητή:

– Γιατί δεν προσπαθείς να φτιάξεις λίγο τα γράμματά σου;

– Γιατί άμα μεγαλώσω θέλω να γίνω γιατρός!

Ξέρεις να μας πεις δύο αντωνυμίες (назови нам: «знаешь, чтобы нам сказать» два местоимения?; ξέρω; λέω – сказать)

Ποιος; εγώ (кто? я?);

Μπράβο παιδί μου (молодец: «браво, ребенок мой»).

Ξέρεις να μας πεις δύο αντωνυμίες;

Ποιος; εγώ;

Μπράβο παιδί μου.

Ο δάσκαλος ρωτά στην τάξη (учитель спрашивает в классе; ρωτάω):

– Αν έχω 20 μήλα στα χέρια μου (если у меня будет: «если имею» 20 яблок в руках), και πάρω άλλα 30 τι θα έχω (и возьму еще 30, что будет у меня; παίρνω);

– Πολύ μεγάλα χέρια, κύριε (очень большие руки; ο κύριος – господин)!

Ο δάσκαλος ρωτά στην τάξη:

– Αν έχω 20 μήλα στα χέρια μου, και πάρω άλλα 30 τι θα έχω;

– Πολύ μεγάλα χέρια, κύριε!

Ρωτάει ο μικρός τον δάσκαλο (спрашивает ребенок учителя):

– Κύριε, αφού η γη περιστρέφεται, όπως λέτε (раз земля вращается, как вы говорите), γιατί δεν πέφτουνε ανάποδα οι άνθρωποι, όταν η γη είναι γυρισμένη ανάποδα (почему не падают верх ногами люди, когда земля повернута верх ногами; το πόδι – нога; ανάποδα – верх ногами);

– Δεν πέφτουνε, γιατί τους κρατά ο νόμος της βαρύτητας (не падают, потому что их держит закон притяжения; πέφτω; κρατάω).

– Και πριν ψηφιστεί ο νόμος αυτός, πώς κρατιόντουσαν (а до того, как был принят этот закон, как они держались; ψηφίζω – голосовать; ψηφίζομαι – быть одобренным /о законопроекте/; κρατιέμαι);

Ρωτάει ο μικρός τον δάσκαλο:

– Κύριε, αφού η γη περιστρέφεται, όπως λέτε, γιατί δεν πέφτουνε ανάποδα οι άνθρωποι, όταν η γη είναι γυρισμένη ανάποδα;

– Δεν πέφτουνε, γιατί τους κρατά ο νόμος της βαρύτητας.

– Και πριν ψηφιστεί ο νόμος αυτός, πώς κρατιόντουσαν;

Μια μέρα στην τάξη, λέει η δασκάλα στον Τασούλη (однажды в классе говорит учительница Тасулису):

– Εγώ διαβάζω, εσύ διαβάζεις, τι χρόνος είναι (я читаю, ты читаешь, что это за время?);

– Χαμένος (потерянное; χάνω – терять)!

Μια μέρα στην τάξη, λέει η δασκάλα στον Τασούλη:

– Εγώ διαβάζω, εσύ διαβάζεις, τι χρόνος είναι;

– Χαμένος!

Ο εξαγριωμένος μικρός λέει στο φίλο του (разгневанный ребенок говорит своему другу; εξαγριώνομαι):

– Το σκυλί σου μου έφαγε όλα τα λουκάνικα (твой пес съел у меня все сосиски; το λουκάνικο; τρώω)!

– Καλά που μου το είπες (хорошо, что ты мне сказал; λέω), για να μη του δώσω τίποτε άλλο (чтоб я не давал ему ничего больше; δίνω) και βαρυστομαχιάσει (и у него не случилось бы несварения; βαρυστομαχιάζω; βαρύς – тяжелый; το στομάχι – желудок)!

Ο εξαγριωμένος μικρός λέει στο φίλο του

– Το σκυλί σου μου έφαγε όλα τα λουκάνικα!

– Καλά που μου το είπες, για να μη του δώσω τίποτε άλλο και βαρυστομαχιάσει!

Δυο μικρά παιδάκια φλυαρούν (два маленьких ребенка болтают):

– Πες μου Κωστάκη, άμα θα μεγαλώσεις, θα με παντρευτείς (скажи мне, Костакис, когда вырастешь, ты на мне женишься; μεγαλώνω – расти, вырастать; становиться взрослым /от прил. μεγάλος – большой/; παντρεύομαι);

– Χμμ! Όχι!.. Δεν μπορεί να γίνει (нет, не получится: «не может случиться»; γίνομαι – становиться, делаться; становиться возможным). Ξέρεις σ' εμάς όλοι παντρεύονται συγγενείς τους (знаешь, у нас все женятся на родственниках). Να… Ο μπαμπάς μου παντρεύτηκε τη μαμά μου (папа мой женился на моей маме), ο παππούς μου τη γιαγιά μου (дедушка на бабушке), ο θείος τη θεία μου (дядя на тете)

Δυο μικρά παιδάκια φλυαρούν:

– Πες μου Κωστάκη, άμα θα μεγαλώσεις, θα με παντρευτείς;

– Χμμ! Όχι!.. Δεν μπορεί να γίνει. Ξέρεις σ' εμάς όλοι παντρεύονται συγγενείς τους. Να… Ο μπαμπάς μου παντρεύτηκε τη μαμά μου, ο παππούς μου τη γιαγιά μου, ο θείος τη θεία μου…

Δύο γιαγιάδες συζητάνε για τους συζύγους τους καθώς πίνουν τσάι (две бабушки обсуждают своих супругов за чашкой чая: «когда пьют чай»):

– Ελπίζω ο Θανάσης να σταματήσει να τρώει τα νύχια του (надеюсь, Фанасис прекратит грызть ногти; σταματάω; φάω), λέει η μία (говорит одна).

– Α, και ο Γιώργος έκανε το ίδιο, αλλά του το έκοψα το συνήθειο (а, Йоргос делал то же самое, но я его отучила: «прекратила эту привычку»; κόβω – резать; прекращать, бросать).

– Τι; Σοβαρά; Πώς (что? серьезно? как?);

– Του έκρυψα τα δόντια του (спрятала его зубы; κρύβω).

Δύο γιαγιάδες συζητάνε για τους συζύγους τους καθώς πίνουν τσάι:

– Ελπίζω ο Θανάσης να σταματήσει να τρώει τα νύχια του, λέει η μία.

– Α, και ο Γιώργος έκανε το ίδιο, αλλά του το έκοψα το συνήθειο.

– Τι; Σοβαρά; Πώς;

– Του έκρυψα τα δόντια του.

Μετά από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα (после автомобильной аварии), ο ένας οδηγός βλέπει ότι τα ψεύτικα δόντια του σπάσανε (водитель видит, что его искусственные зубы потрескались; σπάζω – разбиваться, ломаться; трескаться).

«Ξέρεις πόσο καιρό θα πάρει να τα αντικαταστήσω (знаешь, сколько времени займет, чтобы их заменить; αντικατασταίνω); Μέχρι τότε θα μπορώ να τρώω μόνο σούπες (до тех пор я смогу есть только супы)! Και όλα αυτά επειδή εσύ δεν είδες το STOP (и все это потому, что ты не видел знака STOP)!» του φωνάζει του άλλου εκνευρισμένος (кричит другому, нервничая)

«Κάτσε, περίμενε, μπορεί να έχω κάτι για σένα (слушай, погоди: «сядь, подожди», может, у меня есть что-то для тебя)» λέει ο άλλος οδηγός και ανοίγει το πορτμπαγκάζ (говорит другой водитель и открывает багажник). Από εκεί αρχίζει να βγάζει ένα σωρό χρυσά δόντια (оттуда начинает доставать кучу золотых зубов; ο σωρός) και να τα δίνει στον άλλο να τα δοκιμάζει (и дает их другому, чтобы тот их примерил). Τελικά ο τύπος βρήκε ακριβώς τα δόντια που του ταιριάζανε (наконец, человек нашел точно те зубы, которые ему подходят), και ανακουφίστηκε (и успокоился; ανακουφίζομαι).

«Ευτυχώς που είχες όλα αυτά τα δόντια μαζί σου (как хорошо, что у тебя были все эти зубы с собой). Τι είσαι; Οδοντοτεχνίτης ή οδοντίατρος (ты кто? зуботехник или стоматолог?);

«Ενεχυροδανειστής (хозяин ломбарда; το ενέχυρο – залог; δανείζω – давать в долг, давать взаймы

Загрузка...