Μια φορά κι έναν καιρό (однажды), σε μια χώρα μακρινή (в стране далёкой), ζούσε ένας βασιλιάς με τη γυναίκα του (жил один царь с женой своей). Είχανε και τρεις όμορφες θυγατέρες (имели и трёх красивых дочерей) που τις αγαπούσανε πολύ (которых очень любили), και περισσότερο την τρίτη (и особенно третью), που ήτανε η πιο όμορφη και η πιο χαϊδεμένη (которая была самая красивая и самая ласковая).
Μια μέρα (в один день = однажды) ο βασιλιάς χρειάστηκε να ταξιδέψει μακριά (царь нуждался = царю было нужно поехать далеко; ταξιδεύω – путешествовать), σ' άλλον τόπο (в другое место), για υποθέσεις του βασιλείου (по делам царства).
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα μακρινή, ζούσε ένας βασιλιάς με τη γυναίκα του. Είχανε και τρεις όμορφες θυγατέρες που τις αγαπούσανε πολύ, και περισσότερο την τρίτη, που ήτανε η πιο όμορφη και η πιο χαϊδεμένη.
Μια μέρα ο βασιλιάς χρειάστηκε να ταξιδέψει μακριά, σ' άλλον τόπο, για υποθέσεις του βασιλείου.
Προτού ξεκινήσει για το ταξίδι του (прежде чем отправиться в путешествие своё), ρώτησε τη γυναίκα και τις κόρες του (спросил жену и дочерей своих) τι θέλανε να φέρει στην καθεμιά (что бы /они/ хотели, чтобы /он/ привёз каждой). Η βασίλισσα ζήτησε να της φέρει (царица попросила, чтобы /он/ ей привёз) ένα περιδέραιο για το λαιμό (ожерелье на шею). Η πρωτοκόρη του ζήτησε ένα βραχιόλι (первая = старшая дочь у него попросила браслет), η μεσαία μια καρφίτσα (средняя – брошку) και η μικρότερη, αφού συλλογίστηκε πολύ (и младшая, когда подумала долго: "много"), ζήτησε να της φέρει ένα τριαντάφυλλο (попросила ей привезти розу).
Εκείνο τον καιρό (в то время) τα τριαντάφυλλα ήτανε σπάνια λουλούδια (розы были редкие цветы), που φυτρώνανε σ' άλλες χώρες, μακρινές (которые росли в других странах, далёких).
Προτού ξεκινήσει για το ταξίδι του, ρώτησε τη γυναίκα και τις κόρες του τι θέλανε να φέρει στην καθεμιά. Η βασίλισσα ζήτησε να της φέρει ένα περιδέραιο για το λαιμό. Η πρωτοκόρη του ζήτησε ένα βραχιόλι, η μεσαία μια καρφίτσα και η μικρότερη, αφού συλλογίστηκε πολύ, ζήτησε να της φέρει ένα τριαντάφυλλο.
Εκείνο τον καιρό τα τριαντάφυλλα ήτανε σπάνια λουλούδια, που φυτρώνανε σ' άλλες χώρες, μακρινές.
Μπήκε ο βασιλιάς στο καράβι κι έφυγε (поднялся царь на корабль и уехал). Έλειψε καιρό (прошло время), τελείωσε τις υποθέσεις του (закончил дела свои), πήρε τα δώρα που του 'χανε ζητήσει (взял = купил подарки, которые у него просили), μα λησμόνησε το τριαντάφυλλο της μικρής του θυγατέρας (но забыл розу младшей дочери).
Σαν μπήκανε στο καράβι του γυρισμού (когда поднялись на корабль возвращения) με την ακολουθία του (со свитой его) και βρεθήκανε στη μέση του πελάγου (и оказались посреди моря), το καράβι σταμάτησε απότομα (корабль остановился внезапно) και δεν πήγαινε ούτε μπροστά ούτε πίσω (и не шёл ни вперёд, ни назад).
Μπήκε ο βασιλιάς στο καράβι κι έφυγε. Έλειψε καιρό, τελείωσε τις υποθέσεις του, πήρε τα δώρα που του 'χανε ζητήσει, μα λησμόνησε το τριαντάφυλλο της μικρής του θυγατέρας.
Σαν μπήκανε στο καράβι του γυρισμού με την ακολουθία του και βρεθήκανε στη μέση του πελάγου, το καράβι σταμάτησε απότομα και δεν πήγαινε ούτε μπροστά ούτε πίσω.
Ο καπετάνιος ρώτησε τους ταξιδιώτες (капитан спросил путешественников):
– Μην είχατε κανένα τάμα και το λησμονήσατε (нет ли у вас: "не имеете ли" какого-нибудь обета, и его забыли), να γυρίσουμε πίσω (чтобы /мы/ вернулись назад), για να προχωρήσει το καράβι στο ταξίδι του; (чтобы продвигался корабль в путешествии его?)
Κανένας δε θυμότανε (никто не вспомнил). Έξαφνα ο βασιλιάς θυμήθηκε (вдруг царь вспомнил) πως είχε λησμονήσει το τριαντάφυλλο της μικρής του θυγατέρας (что забыл розу младшей своей дочери). Γυρίσανε πίσω, λοιπόν… (вернулись назад, итак…)
Ξαναβγαίνει ο βασιλιάς (снова идёт царь) με την ακολουθία του στην ξένη χώρα (со свитой своей в чужую страну). Έψαξε ολούθε για τριαντάφυλλα (искал повсюду розы), μα δε βρήκε πουθενά (но не нашёл нигде), γιατί σ' εκείνη τη χώρα δε φυτρώνανε (потому что в той стране /розы/ не росли).
Ο καπετάνιος ρώτησε τους ταξιδιώτες:
– Μην είχατε κανένα τάμα και το λησμονήσατε, να γυρίσουμε πίσω, για να προχωρήσει το καράβι στο ταξίδι του;
Κανένας δε θυμότανε. Έξαφνα ο βασιλιάς θυμήθηκε πως είχε λησμονήσει το τριαντάφυλλο της μικρής του θυγατέρας. Γυρίσανε πίσω, λοιπόν…
Ξαναβγαίνει ο βασιλιάς με την ακολουθία του στην ξένη χώρα. Έψαξε ολούθε για τριαντάφυλλα, μα δε βρήκε πουθενά, γιατί σ' εκείνη τη χώρα δε φυτρώνανε.
Εκεί που έψαχνε (там, где искал), συνάντησε ένα γέροντα (встретил старика):
– Άκουσε, άρχοντα μου (послушай, правитель мой). Αν ψάχνεις για τριαντάφυλλα (если ищешь розы), θα πας σε μια χώρα πολύ μακριά από δω (пойдёшь в одну страну очень далеко отсюда), σ' ένα άλλο βασίλειο (в другое царство). Εκεί βασιλεύει ένας βασιλιάς (там царствует царь) που καλλιεργεί στους κήπους του (который разводит в садах своих) μόνο τριαντάφυλλα (только розы) και γι' αυτό τον έχουνε ονομάσει (и поэтому его прозвали) «ο βασιλιάς ο Τριαντάφυλλος» (царь Роза).
Ξεκίνησε ο βασιλιάς με την ακολουθία του και τ' άλογα τους (снова отправился царь со свитой его и лошадьми их) κι ύστερα από μέρες (и потом через дни = по прошествии нескольких дней) φτάσανε στο μακρινό βασίλειο του βασιλιά Τριαντάφυλλου (прибыли в далёкое царство царя Розы).
Εκεί που έψαχνε, συνάντησε ένα γέροντα:
– Άκουσε, άρχοντα μου. Αν ψάχνεις για τριαντάφυλλα, θα πας σε μια χώρα πολύ μακριά από δω, σ' ένα άλλο βασίλειο. Εκεί βασιλεύει ένας βασιλιάς που καλλιεργεί στους κήπους του μόνο τριαντάφυλλα και γι' αυτό τον έχουνε ονομάσει «ο βασιλιάς ο Τριαντάφυλλος».
Ξεκίνησε ο βασιλιάς με την ακολουθία του και τ' άλογα τους κι ύστερα από μέρες φτάσανε στο μακρινό βασίλειο του βασιλιά Τριαντάφυλλου.
Χτύπησε, του ανοίγουν (постучал, ему открывают), παρουσιάζεται, λέει (представляется, говорит):
– Είμαι ο βασιλιάς του τάδε μέρους (я царь таких-то мест).
Τον δεχτήκανε με τιμές (его приняли с почестями), τον φιλοξένησαν (ему оказали гостеприимство). Την άλλη μέρα ο βασιλιάς λέει (на следующий день царь говорит):
Το και το (так и так), δεν μπορώ να γυρίσω (не могу вернуться) πίσω στο σπίτι μου (назад в дом мой), αν δεν πάω ένα τριαντάφυλλο (если не привезу розу) στη μικρή μου θυγατέρα (младшей моей дочери).
Από τους κήπους μου (из садов моих) δεν κόβω ποτέ τριαντάφυλλα (не срезаю никогда розы), μα αφού το θέλει τόσο πολύ η κόρη σου (но раз этого хочет так сильно: "настолько много" дочь твоя), χαλάλι της (для неё не жалко), θα σου χαρίσω ένα (/я/ тебе подарю одну) να της το πας (чтобы /ты/ ей её отвёз), του αποκρίθηκε ο βασιλιάς ο Τριαντάφυλλος (ему ответил царь Роза).
Και του 'κοψε το πιο όμορφο τριαντάφυλλο (и ему срезал самую красивую розу).
Χτύπησε, του ανοίγουν, παρουσιάζεται, λέει:
Είμαι ο βασιλιάς του τάδε μέρους. Τον δεχτήκανε με τιμές, τον φιλοξένησαν. Την άλλη μέρα ο βασιλιάς λέει:
Το και το, δεν μπορώ να γυρίσω πίσω στο σπίτι μου, αν δεν πάω ένα τριαντάφυλλο στη μικρή μου θυγατέρα.
Από τους κήπους μου δεν κόβω ποτέ τριαντάφυλλα, μα αφού το θέλει τόσο πολύ η κόρη σου, χαλάλι της, θα σου χαρίσω ένα να της το πας, του αποκρίθηκε ο βασιλιάς ο Τριαντάφυλλος.
Και του 'κοψε το πιο όμορφο τριαντάφυλλο.
Τον αποχαιρέτισε ο βασιλιάς (с ним попрощался царь) και τον προσκάλεσε στο παλάτι του (и его пригласил во дворец свой) να τον φιλοξενήσει κι αυτός (чтобы ему оказал гостеприимство и он). Έφυγε, λοιπόν, και γύρισε στη χώρα του (уехал, итак, и вернулся в страну свою).
Πέρασε καιρός (прошло время). Ήρθε η μέρα που ο βασιλιάς ο Τριαντάφυλλος (пришёл день, когда царь Роза) πήγε να τους επισκεφτεί (приехал их посетить).
Έμεινε αρκετές ημέρες (оставался достаточно дней). Προτού φύγει, λέει στο βασιλιά (прежде чем уехать, сказал царю):
– Θέλω να μου δώσεις (хочу, чтобы /ты/ мне дал) για γυναίκα μου τη μικρή σου κόρη (в жёны мне младшую твою дочь). Μα, να ξέρεις (но, чтобы /ты/ знал), θα την πάω πολύ μακριά, στον τόπο μου (/я/ её увезу очень далеко, в место моё = туда, где я живу).
Τον αποχαιρέτισε ο βασιλιάς και τον προσκάλεσε στο παλάτι του να τον φιλοξενήσει κι αυτός. Έφυγε, λοιπόν, και γύρισε στη χώρα του.
Πέρασε καιρός. Ήρθε η μέρα που ο βασιλιάς ο Τριαντάφυλλος πήγε να τους επισκεφτεί.
Έμεινε αρκετές ημέρες. Προτού φύγει, λέει στο βασιλιά:
– Θέλω να μου δώσεις για γυναίκα μου τη μικρή σου κόρη. Μα, να ξέρεις, θα την πάω πολύ μακριά, στον τόπο μου.
Ο βασιλιάς το κουβέντιασε με τη βασίλισσα (царь это обсудил с царицей) και στο τέλος αποφάσισαν να δώσουν τη μικρή (и наконец решили отдать младшую /дочь/).
Τόν θέλεις; της είπαν (его хочешь? – ей сказали).
Τόν θέλω (его хочу).
Γίνηκαν οι γάμοι (были свадьбы), έγιναν πανηγύρια μεγάλα σ' όλη τη χώρα (были гулянья большие по всей стране), σημαιοστολίστηκε η πολιτεία (украсился флагами город; η σημαία – флаг) … Την παίρνει μ' ένα ωραίο καράβι (её взял на красивый корабль) και φύγανε για το βασίλειο του (и уплыли в царство его), όπου είχε τα τριαντάφυλλα (где /он/ имел розы).
Ο βασιλιάς το κουβέντιασε με τη βασίλισσα και στο τέλος αποφάσισαν να δώσουν τη μικρή.
Τόν θέλεις; της είπαν.
Τόν θέλω.
Γίνηκαν οι γάμοι, έγιναν πανηγύρια μεγάλα σ' όλη τη χώρα, σημαιοστολίστηκε η πολιτεία… Την παίρνει μ' ένα ωραίο καράβι και φύγανε για το βασίλειο του, όπου είχε τα τριαντάφυλλα.
Όταν φτάσανε εκεί (когда прибыли туда), ζούσαν πάρα πολύ αγαπημένοι (жили очень любящие = в согласии), μα πάρα πολύ αγαπημένοι (действительно в большом согласии; μα – но; /употребляется в клятвах, уверениях/ честное слово и т.п).
Ένα, δύο, τρία χρόνια (один, два, три года), στο τέλος άρχισε η βασιλοπούλα να μελαγχολεί (под конец начала царевна тосковать; μελαγχολία – меланхолия, уныние, грусть). Και μια φορά (и однажды) που 'χαν πάει έναν ωραίο περίπατο (когда пошли на красивую прогулку) κι ο βασιλιάς είχε σκύψει το κεφάλι του (и царь склонил голову свою) στα γόνατα της (на колени её) και του χάιδευε τα μαλλιά (и /она/ ему ласкала волосы = и она гладила его по голове), τα δάκρυα της πέσανε στο πρόσωπο του καυτά (слёзы её падали на лицо его горячие). Σηκώνεται πάνω και της λέει (поднимается вверх и говорит /царь/):
– Γιατί κλαις, κυρά μου; (почему плачешь, госпожа моя?)
Όταν φτάσανε εκεί, ζούσαν πάρα πολύ αγαπημένοι, μα πάρα πολύ αγαπημένοι.
Ένα, δύο, τρία χρόνια, στο τέλος άρχισε η βασιλοπούλα να μελαγχολεί. Και μια φορά που 'χαν πάει έναν ωραίο περίπατο κι ο βασιλιάς είχε σκύψει το κεφάλι του στα γόνατα της και του χάιδευε τα μαλλιά, τα δάκρυα της πέσανε στο πρόσωπο του καυτά. Σηκώνεται πάνω και της λέει:
Γιατί κλαις, κυρά μου;
Αχ! Νοστάλγησα πολύ τον πατέρα μου (тосковала очень по отцу моему; ср. η νοσταλγία), τη μητέρα μου και τις δυο μου αδερφάδες (по матери моей и двум моим сёстрам). Πώς θα 'θελα (как бы /я/ хотела) να πήγαινα για λίγες ημέρες να τους ξαναδώ… (поехать на несколько дней, чтобы снова их увидеть)
Όταν την είδε έτσι βαλαντωμένη (когда её увидел так расстроенную), τόσο πολύ την αγαπούσε, που της λέει (так сильно её любил, что ей говорит):
– Θα σε στείλω στους δικούς σου (/я/ тебя пошлю к твоим /родным/), αλλά δε θα μείνεις περισσότερο από τρεις ημέρες (но не останешься больше, чем на три дня).
Την άλλη μέρα την ετοίμασε (на следующий день её подготовил = собрал) και την έστειλε στους γονιούς της (и её послал к родителям её).
– Αχ! Νοστάλγησα πολύ τον πατέρα μου, τη μητέρα μου και τις δυο μου αδερφάδες. Πώς θα 'θελα να πήγαινα για λίγες ημέρες να τους ξαναδώ…
Όταν την είδε έτσι βαλαντωμένη, τόσο πολύ την αγαπούσε, που της λέει:
– Θα σε στείλω στους δικούς σου, αλλά δε θα μείνεις περισσότερο από τρεις ημέρες.
Την άλλη μέρα την ετοίμασε και την έστειλε στους γονιούς της.
Όταν την είδαν οι αδερφάδες της (когда её увидели сёстры её), ο πατέρας της, η μάνα της (отец её, мать её), χαρές, φιλιά, αγκαλιές (радости, поцелуи, объятия)… Παίζανε οι αδερφάδες χαρούμενες (играли сёстры обрадованные) σαν και πρώτα στους κήπους του παλατιού (как и раньше в садах дворца).
Σαν έφτασε η τρίτη μέρα (когда наступил третий день), για να φύγει (чтобы уезжать), η βασιλοπούλα άρχισε να κλαίει και να στενοχωριέται (царевна начала плакать и грустить).
– Πήγαινε στον άντρα σου (иди к мужу своему), της λένε οι γονιοί της (ей говорят родители её), εδώ δεν έχεις καμιά θέση (здесь не имеешь никакого места). Μας είδες, σε είδαμε, φύγε (нас увидела, тебя увидели, уходи).
Όταν την είδαν οι αδερφάδες της, ο πατέρας της, η μάνα της, χαρές, φιλιά, αγκαλιές… Παίζανε οι αδερφάδες χαρούμενες σαν και πρώτα στους κήπους του παλατιού.
Σαν έφτασε η τρίτη μέρα, για να φύγει, η βασιλοπούλα άρχισε να κλαίει και να στενοχωριέται.
– Πήγαινε στον άντρα σου, της λένε οι γονιοί της, εδώ δεν έχεις καμιά θέση. Μας είδες, σε είδαμε, φύγε.
Οι αδερφάδες της όμως δεν την αφήνανε (сёстры её, однако, её не отпускали):
– Μείνε μ' εμάς, μείνε ίσαμε αύριο (оставайся с нами, оставайся до завтра)! Αυτή δεν έμεινε μια μέρα μονάχα (она не осталась на один день только),
έμεινε τρεις ακόμη (осталась на три /дня/ ещё). Στέλνει τότε ένα πουλί ο βασιλιάς (посылает тогда птицу царь), ένα περιστέρι, που στο στόμα του κράταγε ένα γράμμα (голубя, который в клюве своём: "во рту" держал письмо). Της χτύπησε το παράθυρο τρεις φορές (ей постучал в окно три раза), του ανοίξανε (ему открыли). Όπου της εμήναγε (когда её позвали; μηνώ – извещать; вызывать): «Πρέπει να γυρίσεις αμέσως (следует, чтобы ты вернулась тотчас), ειδεμή δε θέλω πια να σ' έχω γυναίκα μου (иначе не хочу больше тебя иметь женой моей)».
Οι αδερφάδες της όμως δεν την αφήνανε:
– Μείνε μ' εμάς, μείνε ίσαμε αύριο!
Αυτή δεν έμεινε μια μέρα μονάχα, έμεινε τρεις ακόμη. Στέλνει τότε ένα πουλί ο βασιλιάς, ένα περιστέρι, που στο στόμα του κράταγε ένα γράμμα. Της χτύπησε το παράθυρο τρεις φορές, του ανοίξανε. Όπου της εμήναγε: «Πρέπει να γυρίσεις αμέσως, ειδεμή δε θέλω πια να σ' έχω γυναίκα μου».
Τότε με δάκρυα στα μάτια (тогда со слезами на глазах) αποφάσισε και πήγε στον άντρα της (решила и поехала к мужу своему). Έμεινε κοντά του (осталась рядом с ним). Έγινε η ζωή τους όμορφη, αρμονική (стала жизнь их прекрасной, гармоничной), κάνανε γιορτές, γλέντια, περιπάτους (устраивали праздники, пиры, прогулки; το γλέντι – веселье; пирушка), πηγαίνανε στο κυνήγι (ездили на охоту), ώσπου πέρασαν δυο τρία χρόνια (пока /не/ прошли вторые три года). Πάλι εκείνη άρχισε να νοσταλγεί τους δικούς της (опять она начала тосковать по своим /родным/) και να υποφέρει (и страдать).
Με τα πολλά παρακάλια, ο βασιλιάς της λέει (с многими мольбами, царь ей говорит):
Πήγαινε και τούτη τη φορά (поезжай и в этот раз), μα δε θα μείνεις περισσότερο από μια βδομάδα (но не останешься больше одной недели).
Να πάω (поеду), και στη βδομάδα θα 'μαι εδώ (и через неделю буду здесь).
Τότε με δάκρυα στα μάτια αποφάσισε και πήγε στον άντρα της. Έμεινε κοντά του. Έγινε η ζωή τους όμορφη, αρμονική, κάνανε γιορτές, γλέντια, περιπάτους, πηγαίνανε στο κυνήγι, ώσπου πέρασαν δυο τρία χρόνια. Πάλι εκείνη άρχισε να νοσταλγεί τους δικούς της και να υποφέρει.
Με τα πολλά παρακάλια, ο βασιλιάς της λέει:
– Πήγαινε και τούτη τη φορά, μα δε θα μείνεις περισσότερο από μια βδομάδα.
– Να πάω, και στη βδομάδα θα 'μαι εδώ.
Πήγε κι έμεινε τρεις και τέσσερις ημέρες (поехала и оставалась /там/ три и четыре дня), και πέντε και έξι μέρες (и пять и шесть дней), δε γύριζε πίσω (не возвращалась обратно). Οι αδερφές της δεν την άφηναν (сёстры её не отпускали её).
Ο βασιλιάς ξαναστέλνει τότε (царь снова посылает тогда) πάλι το περιστέρι με το γράμμα στο στόμα (опять голубя с письмом в клюве). Χτυπάει το παράθυρο μια, δυο, τρεις (стучит в окно один, два, три /раза/), του ανοίγουν, παίρνουν το γράμμα (ему открывают, берут письмо), βλέπουν ότι πρέπει να γυρίσει αμέσως (видят, что нужно возвращаться тотчас). Αλλά τι κάνανε; (но что сделали?) Το διώξανε το περιστέρι (выгнали голубя) δίχως να γυρίσει πίσω η βασιλοπούλα (без /того/, чтобы вернулась назад царевна).
Σαν είδε ο βασιλιάς το περιστέρι δίχως τη γυναίκα του (когда увидел царь голубя без жены его), άρχισε να στεναχωριέται (начал страдать) κι αποφάσισε να μην την ξαναστείλει (и решил не посылать снова за ней).
Πήγε κι έμεινε τρεις και τέσσερις ημέρες, και πέντε και έξι μέρες, δε γύριζε πίσω. Οι αδερφές της δεν την άφηναν.
Ο βασιλιάς ξαναστέλνει τότε πάλι το περιστέρι με το γράμμα στο στόμα. Χτυπάει το παράθυρο μια, δυο, τρεις, του ανοίγουν, παίρνουν το γράμμα, βλέπουν ότι πρέπει να γυρίσει αμέσως. Αλλά τι κάνανε; Το διώξανε το περιστέρι δίχως να γυρίσει πίσω η βασιλοπούλα.
Σαν είδε ο βασιλιάς το περιστέρι δίχως τη γυναίκα του, άρχισε να στεναχωριέται κι αποφάσισε να μην την ξαναστείλει.
Μετά από μέρες (через дни = по прошествии некоторого времени) αφήνει τα γονικά της και γυρίζει κοντά του (/царевна/ оставляет родителей её и возвращается к нему). Άρχισε να κλαίει (начала плакать) και να του ζητάει συχώρεση (и у него просит прощения).
Εκείνος τη συγχώρησε (тот её прощает) και τη δέχτηκε πάλι στο παλάτι κυρά και βασίλισσα (и её принимает снова во дворце госпожой и царицей).
Πέρασαν πάλι κάμποσα χρόνια (прошло опять немало лет), άρχισε πάλι να πονά (/царица/ начала снова страдать) και να ζητά τους δικούς της (и стремиться к своим; ζητώ – просить; требовать; стремиться). Έκλαψε, έκλαψε (плакала, плакала), ώσπου εκείνος τη λυπήθηκε και της είπε (пока тот её /не/ пожалел и ей сказал):
– Και τούτη τη φορά θα υποχωρήσω (и в этот раз /я/ тебе уступлю), θα σε στείλω (тебя отправлю), αλλά, αν αργήσεις (но, если опоздаешь), πίσω μη γυρίσεις (назад не вернёшься)!
Μετά από μέρες αφήνει τα γονικά της και γυρίζει κοντά του. Άρχισε να κλαίει και να του ζητάει συχώρεση.
Εκείνος τη συγχώρησε και τη δέχτηκε πάλι στο παλάτι κυρά και βασίλισσα.
Πέρασαν πάλι κάμποσα χρόνια, άρχισε πάλι να πονά και να ζητά τους δικούς της. Έκλαψε, έκλαψε, ώσπου εκείνος τη λυπήθηκε και της είπε:
– Και τούτη τη φορά θα υποχωρήσω, θα σε στείλω, αλλά, αν αργήσεις, πίσω μη γυρίσεις!
Έφυγε αυτή (уехала она), τη συνοδέψανε άνθρωποι του βασιλιά (её сопровождали люди царя), υπασπιστές και δούλοι (приближённые и слуги; ο υπασπιστής – адъютант), και την πήγανε στα γονικά της (и её отвезли к родителям её).
Έφτασε, χαρές ο πατέρας, η μάνα, οι αδερφάδες (приехала, рады отец, мать, сёстры), η πόλη σημαιοστολίστηκε (город украсился флагами), γιατί γύρισε η βασιλοπούλα πάλι (потому что вернулась царевна снова). Αφού κάθισε ημέρες πολλές (когда просидела дни многие = провела там много дней), πέρασαν και οι δέκα που 'χε διορία (прошли и десять /дней/, которые имела сроком) και δε γύρναγε (и не вернулась). Πάλι ο βασιλιάς της στέλνει το πουλί (снова царь ей шлёт птицу), το περιστέρι, με το γράμμα, και της γράφει (голубя, с письмом, и ей пишет): «Αν δε γυρίσεις αμέσως, να μην ξανάρθεις πια (если не вернёшься тотчас, не вернёшься больше)!»
Έφυγε αυτή, τη συνοδέψανε άνθρωποι του βασιλιά, υπασπιστές και δούλοι, και την πήγανε στα γονικά της.
Έφτασε, χαρές ο πατέρας, η μάνα, οι αδερφάδες, η πόλη σημαιοστολίστηκε, γιατί γύρισε η βασιλοπούλα πάλι. Αφού κάθισε ημέρες πολλές, πέρασαν και οι δέκα που 'χε διορία και δε γύρναγε. Πάλι ο βασιλιάς της στέλνει το πουλί, το περιστέρι, με το γράμμα, και της γράφει: «Αν δε γυρίσεις αμέσως, να μην ξανάρθεις πια!»
Περνάει και μήνας και δε γυρίζει (проходит и месяц, и не возвращается). Μια μέρα σηκώθηκε (однажды поднялась /она/), αποχαιρέτισε τους δικούς της (попрощалась со своими /родными/) και ξεκίνησε να ξαναπάει στον άντρα της (и пустилась в путь, и снова пошла к мужу её).
Σαν έφτασε έξω από το παλάτι (когда прибыла снаружи дворца = когда оказалась снаружи дворца), βρίσκει τις πόρτες όλες αμπαρωμένες (нашла двери все запертыми на засов; η αμπάρα – засов). Το φυλάγανε φρουροί με όπλα (его охраняли стражи с оружием) και δεν την άφηναν να μπει (и не позволяли ей войти). Άρχισε να κλαίει έξω από τη θύρα (начала плакать снаружи двери) και να παρακαλεί να δει τον άντρα της (и просить увидеть мужа её).
Περνάει και μήνας και δε γυρίζει. Μια μέρα σηκώθηκε, αποχαιρέτισε τους δικούς της και ξεκίνησε να ξαναπάει στον άντρα της.
Σαν έφτασε έξω από το παλάτι, βρίσκει τις πόρτες όλες αμπαρωμένες. Το φυλάγανε φρουροί με όπλα και δεν την άφηναν να μπει. Άρχισε να κλαίει έξω από τη θύρα και να παρακαλεί να δει τον άντρα της.
Του το λένε του βασιλιά (об этом сказали царю). Δεν πήγε την πρώτη φορά (не пошёл в первый раз). Με τα πολλά παρακάλια (с многими мольбами), βγαίνει ο βασιλιάς στην πόρτα (идёт царь к двери) όπου 'τανε αυτή και της λέει (где была она, и ей говорит):
– Δεν μπορώ να σε δεχτώ (не могу тебя принять), γιατί τρεις φορές με περιγελούσες (потому что три раза меня обманула; περιγελώ – обманывать; насмехаться; γελώ – смеяться; обманывать) και έστελνες το πουλί αδειανό (и посылала птицу пустую), ούτε μ' ένα γράμμα (не с письмом).
Την έδιωξε (её прогнал).
– Μόνο, να, την ορμήνεψε (только, вот, – ей посоветовал), πάρε αυτές τις τρίχες από την κεφαλή μου (возьми эти волосы из головы моей), φύλαχ' τες πολύ καλά (береги их очень хорошо), κι αν πάθεις κανένα μεγάλο κακό (и если будешь терпеть какое-то большое зло; παθαίνω – терпеть, претерпевать; вынести, выстрадать), να τις κάψεις (их сожги) και θα 'ρθω να σε βοηθήσω (и /я/ приду тебе помочь).
Του το λένε του βασιλιά. Δεν πήγε την πρώτη φορά. Με τα πολλά παρακάλια, βγαίνει ο βασιλιάς στην πόρτα όπου 'τανε αυτή και της λέει:
– Δεν μπορώ να σε δεχτώ, γιατί τρεις φορές με περιγελούσες και έστελνες το πουλί αδειανό, ούτε μ' ένα γράμμα.
Την έδιωξε.
– Μόνο, να, την ορμήνεψε, πάρε αυτές τις τρίχες από την κεφαλή μου, φύλαχ' τες πολύ καλά, κι αν πάθεις κανένα μεγάλο κακό, να τις κάψεις και θα 'ρθω να σε βοηθήσω.
Έφυγε αυτή (ушла она), γύρισε από δω, γύρισε από κει (скиталась отсюда, скиталась оттуда = скиталась то тут, то там), γύρισε χώρες, γύρισε χωριά (скиталась по странам, скиталась по деревням), γύρισε μέρη πολλά (скиталась в местностях многих), λιώσανε τα ρούχα της (износились одежды её). Μια νύχτα (одной ночью = однажды ночью), εκεί που περπάταγε στην ερημιά (там, где шла в глуши), βλέπει ένα φως από μακριά (видит свет издалека).
Πάει κοντά (идёт ближе = подходит ближе) και βροντάει σε μιας γριάς το καλύβι (и стучится в одной старухи хижину = в хижину одной старухи), που ζούσε με το γιο της (которая жила с сыном её).
– Άνοιξε μου, σε παρακαλώ (открой мне, тебя прошу), καλή μου κυρούλα (добрая моя госпожа), κι άσε με να ξαποστάσω (и позволь мне отдохнуть), γιατί απόκανα να περπατώ… (потому что /я/ устала идти)
– Από πού έρχεσαι; της λέει η γριά (откуда идёшь? – ей говорит старуха).
– Δούλευα σ' ένα χτήμα (/я/ работала в усадьбе) και μ' έδιωξε το αφεντικό (и меня прогнал хозяин).
Έφυγε αυτή, γύρισε από δω, γύρισε από κει, γύρισε χώρες, γύρισε χωριά, γύρισε μέρη πολλά, λιώσανε τα ρούχα της. Μια νύχτα, εκεί που περπάταγε στην ερημιά, βλέπει ένα φως από μακριά.
Πάει κοντά και βροντάει σε μιας γριάς το καλύβι, που ζούσε με το γιο της.
– Άνοιξε μου, σε παρακαλώ, καλή μου κυρούλα, κι άσε με να ξαποστάσω, γιατί απόκαμα να περπατώ…
Από πού έρχεσαι; της λέει η γριά.
Δούλευα σ' ένα χτήμα και μ' έδιωξε το αφεντικό.
Την παίρνει η γριά (её берёт старуха = старуха её пускает), της δίνει να φάει (ей даёт поесть) και της στρώνει να κοιμηθεί (и ей стелит, чтобы /она/ поспала). Όταν ξεκουράστηκε, λέει της γριάς (когда отдохнула, говорит старухе):
– Δε μου δίνεις τα ρούχα του παιδιού σου (не дашь мне одежды ребёнка твоего) και το καπέλο του (и шапку его), να ντυθώ άντρας να φύγω (чтобы /я/ переоделась мужчиной чтобы уйти), γιατί έτσι θα βρω πιο εύκολα δουλειά; (потому что так найду более легко работу?)
Η γριά την λυπήθηκε (старуха её пожалела) και της έδωσε ό, τι ζήτησε (и ей дала то, что просила). Εκείνη ντύθηκε αντρίκεια (та оделась по-мужски), έχωσε στο καπέλο τα μαλλιά της κι έφυγε (засунула под шапку волосы свои и ушла).
Την παίρνει η γριά, της δίνει να φάει και της στρώνει να κοιμηθεί. Όταν ξεκουράστηκε, λέει της γριάς:
– Δε μου δίνεις τα ρούχα του παιδιού σου και το καπέλο του, να ντυθώ άντρας να φύγω, γιατί έτσι θα βρω πιο εύκολα δουλειά;
Η γριά την λυπήθηκε και της έδωσε ό, τι ζήτησε. Εκείνη ντύθηκε αντρίκεια, έχωσε στο καπέλο τα μαλλιά της κι έφυγε.
Γύρισε από δω, γύρισε από κει (скиталась то тут, то там) , γύρισε τον κόσμο όλον (скиталась по миру всему), ώσπου φτάνει σ' ένα βασίλειο (пока не пришла в царство) που βασίλευε ένας βασιλιάς (где царствовал один царь). Βροντάει την πόρτα (стучит в дверь), παρακαλεί τους υπηρέτες (просит слуг) να την πάρει ο βασιλιάς στη δούλεψη του (чтобы её взял царь на службу свою).
Ρώτησαν το βασιλιά και αποκρίθηκε (спросили царя, и /он/ ответил):
– Φέρτε τον να τον δω (приведите его, чтобы /я/ на него посмотрел). Παρουσιάζεται μπροστά του (предстаёт перед ним) ένα όμορφο παλικάρι (красивый парень).
– Με λένε Γιάννη (меня зовут Яннис).
Γύρισε από δω, γύρισε από κει, γύρισε τον κόσμο όλον, ώσπου φτάνει σ' ένα βασίλειο που βασίλευε ένας βασιλιάς. Βροντάει την πόρτα, παρακαλεί τους υπηρέτες να την πάρει ο βασιλιάς στη δούλεψη του.
Ρώτησαν το βασιλιά και αποκρίθηκε:
– Φέρτε τον να τον ιδώ.
Παρουσιάζεται μπροστά του ένα όμορφο παλικάρι.
Με λένε Γιάννη.
Καλά, του λέει, Γιάννη (хорошо, – ему говорит /царь/ – Яннис), θα σε πάρω στη δούλεψη μου (я тебя возьму на службу мою). Θα πηγαίνω για κυνήγι (буду ездить на охоту) και για περίπατο με τ' άλογο μου (и на прогулку на коне моём) και, άμα δε θέλει να 'ρχεται η βασίλισσα (и, если не хочет пойти царица), θα με ακολουθείς εσύ (меня сопровождать будешь ты; ακολουθώ – следовать; сопровождать). Θα 'σαι ακόλουθος μου (/ты/ будешь сопровождающий мой).
Δέχτηκε ο Γιάννης (был принят Яннис) κι από τότε άρχισε να βγαίνει με το βασιλιά στο κυνήγι (и с тех пор: "от тогда" начал выезжать с царём на охоту) και να υπηρετάει τη βασίλισσα (и прислуживать царице). Ήτανε κι όμορφος (был /он ведь/ и красивый)!
– Καλά, του λέει, Γιάννη, θα σε πάρω στη δούλεψη μου. Θα πηγαίνω για κυνήγι και για περίπατο με τ' άλογο μου και, άμα δε θέλει να 'ρχεται η βασίλισσα, θα με ακολουθείς εσύ. Θα 'σαι ακόλουθος μου.
Δέχτηκε ο Γιάννης κι από τότε άρχισε να βγαίνει με το βασιλιά στο κυνήγι και να υπηρετάει τη βασίλισσα. Ήτανε κι όμορφος!
Μετά από λίγες ημέρες, η βασίλισσα (через несколько дней царица), που 'βλεπε το μεγάλο ενδιαφέρον του βασιλιά για το Γιάννη (которая видела большой интерес царя к Яннису), άρχισε να ζηλεύει και να του λέει (начала ревновать и ему говорить):
– Δίωξε το Γιάννη, διώξ' τον (прогони Янниса, прогони его)!
Ο βασιλιάς δεν έβρισκε αιτία (царь не находил причины) να τον διώξει και της έλεγε (его изгнать и ей говорил):
– Είναι καλός και στο κυνήγι και στη συντροφιά (/он/ хорош и в охоте и в компании; η συντροφιά – компания, общество).
Τέλος πάντων, δεν την υπάκουσε (в общем, её не послушался; τέλος πάντων – наконец, в конце концов; ладно) και μία ημέρα πήρε το Γιάννη (и однажды: "в один день" взял Янниса) και βγήκανε αντάμα στο κυνήγι (и пошли вместе на охоту). Η βασίλισσα έμεινε στην κάμαρα της (царица осталась в комнате своей). Σα φτάσανε στο μέρος του κυνηγιού (когда прибыли на место охоты), τηράει ο βασιλιάς κι είχε λησμονήσει τ' ωρολόγι του (смотрит царь и забыл часы свои).
Μετά από λίγες ημέρες, η βασίλισσα, που 'βλεπε το μεγάλο ενδιαφέρον του βασιλιά για το Γιάννη, άρχισε να ζηλεύει και να του λέει:
– Δίωξε το Γιάννη, διώξ' τον!
Ο βασιλιάς δεν έβρισκε αιτία να τον διώξει και της έλεγε:
– Είναι καλός και στο κυνήγι και στη συντροφιά.
Τέλος πάντων, δεν την υπάκουσε και μία ημέρα πήρε το Γιάννη και βγήκανε αντάμα στο κυνήγι. Η βασίλισσα έμεινε στην κάμαρα της. Σα φτάσανε στο μέρος του κυνηγιού, τηράει ο βασιλιάς κι είχε λησμονήσει τ' ωρολόγι του.
Πήγαινε, Γιάννη, στο παλάτι (иди, Яннис, во дворец) να μου το φέρεις (чтобы мне их принести).
Μετά χαράς, άρχοντα μου (с удовольствием, правитель мой), λέει ο Γιάννης και τρέχει στο παλάτι (говорит Яннис и бежит во дворец). Τότε η βασίλισσα, η πονηρή και η κακιά (тогда царица, хитрая и злобная), βρήκε την ευκαιρία να τον γδικηθεί (нашла удобный случай ему отомстить; η ευκαιρία – возможность; удобный момент; γδικιέμαι, ср. η δίκη – суд; отмщение). Τον κλειδώνει στην κάμαρη της (его запирает в комнате её; ср. το κλειδί – ключ) κι αρχίζει μονάχη της να μαλλιοτραβιέται (и начинает сама рвать на себе волосы; ср. τα μαλλιά – волосы; τραβώ – рвать), να γρατζουνιέται στα μούτρα (царапать на лице), να τσιμπιέται και να λέει του Γιάννη (щипать себя и говорить Яннису):
Γιατί μου τα κάνεις αυτά εσύ (почему мне делаешь это ты), γιατί μου τα κάνεις; (почему мне это делаешь?)
Ο Γιάννης διαμαρτυρόταν (Яннис стал возражать; διαμαρτυρώ – протестовать):
– Εγώ, κυρά μου; (я, госпожа моя?) Έλα στα συγκαλά σου (приди в себя; τα
συγκαλά – нормальное состояние; δεν είμαι στα συγκαλά μου – я не в своём уме).
– Πήγαινε, Γιάννη, στο παλάτι να μου το φέρεις.
– Μετά χαράς, άρχοντα μου, λέει ο Γιάννης και τρέχει στο παλάτι. Τότε η βασίλισσα, η πονηρή και η κακιά, βρήκε την ευκαιρία να τον γδικηθεί. Τον κλειδώνει στην κάμαρη της κι αρχινάει μονάχη της να μαλλιοτραβιέται, να γρατζουνιέται στα μούτρα, να τσιμπιέται και να λέει του Γιάννη:
Γιατί μου τα 'κανες αυτά εσύ, γιατί μου τα 'κανες; Ο Γιάννης διαμαρτυρόταν:
Εγώ, κυρά μου; Έλα στα συγκαλά σου.
– Πήγαινε, του λέει, φεύγα (уходи, – ему говорит, – беги)! Και τώρα, να 'ρθει ο βασιλιάς (и теперь, пусть придёт царь)!…
Εγύρισε το γιόμα ο βασιλιάς και τι να δει (вернулся в полдень царь, и что /же он/ видит)! Τη γυναίκα του αναμαλλιασμένη (жену свою взлохмаченную; τα μαλλιά – волосы), αναστατωμένη, ταραγμένη (взбудораженную, расстроенную).
Φωνάζει το Γιάννη (зовёт Янниса):
– Σήκωσες χέρι στη βασίλισσα; (/ты/ поднял руку на царицу?)
– Δεν ξέρω τίποτα, άρχοντα μου (не знаю ничего, правитель мой), το και το, μονάχη της τα 'κανε (так и так, сама это сделала), πήρα το ρολόι κι έφυγα τρεχάτος (/я/ взял часы и ушёл бегущий = и бегом убежал). Δεν ξέρω τίποτα, σ' ορκίζομαι (не знаю ничего, тебе клянусь)!
Δεν τον πίστεψε ο βασιλιάς (ему не поверил царь).
– Πήγαινε, του λέει, φεύγα! Και τώρα, να 'ρθει ο βασιλιάς!…
Εγύρισε το γιόμα ο βασιλιάς και τι να ιδεί! Τη γυναίκα του αναμαλλιασμένη, αναστατωμένη, ταραγμένη. Φωνάζει το Γιάννη:
– Σήκωσες χέρι στη βασίλισσα;
– Δεν ξέρω τίποτα, άρχοντα μου, το και το, μονάχη της τα 'κανε, πήρα το ρολόι κι έφυγα τρεχάτος. Δεν ξέρω τίποτα, σ' ορκίζομαι!
Δεν τον πίστεψε ο βασιλιάς.
– Φύγε από μπροστά μου (уходи от передо мной = уходи с глаз моих) και να μη σε ξαναδώ (и чтобы /я/ тебя больше не видел: "снова не видел")! Αλλά δε θα σ' αφήσω έτσι (но тебя не отпущу так)! Για τη μεγάλη προσβολή που 'κανες στη γυναίκα μου (за большую обиду, которую /ты/ сделал = причинил жене моей), για την ντροπή που 'δωκες στο σπίτι μου (за позор, который дал = причинил дому моему), θα δώσω διαταγή να σε ντουφεκίσουν (дам приказ, чтобы тебя расстреляли)! Πάρτε τον (возьмите его), διατάζει αμέσως (приказал /царь/ тут же), και κλείστε τον στη φυλακή (и заприте его в тюрьме; το κλειδί – ключ) ίσαμε να 'ρθει η μέρα να τον εκτελέσουν (пока не придёт день, чтобы его расстреляли; ср. το τέλος – конец; εκτελώ ποίνη – привести в исполнение приговор).
Τον πήραν το μαύρο Γιάννη (взяли печального: "чёрного" Янниса) κλαίγοντας και σούρνοντας (плачущего и плетущегося; σούρνω = σέρνω – тянуть; тащиться, плестись) και τον κλείσανε σε μία μεγάλη φυλακή (и его заперли в большой тюрьме). Η φυλακή ήτανε κοντά σ' ένα ρέμα (тюрьма была рядом с руслом), όπου βγαίνανε ποντικοί κι όλα τα φίδια του ποταμού (где выползали мыши и все змеи реки).
– Φύγε από μπροστά μου και να μη σε ξαναδώ! Αλλά δε θα σ' αφήσω έτσι! Για τη μεγάλη προσβολή που 'κανες στη γυναίκα μου, για την ντροπή που 'δωκες στο σπίτι μου, θα δώσω διαταγή να σε ντουφεκίσουν! Πάρτε τον, διατάζει αμέσως, και κλείστε τον στη φυλακή ίσαμε να 'ρθει η μέρα να τον εκτελέσουν.
Τον πήραν το μαύρο Γιάννη κλαίγοντας και σούρνοντας και τον κλείσανε σε μία μεγάλη φυλακή. Η φυλακή ήτανε κοντά σ' ένα ρέμα, όπου βγαίνανε ποντικοί κι όλα τα φίδια του ποταμού.
Έκλαιγε ο Γιάννης (заплакал Яннис):
– Δεν ξέρω τίποτα, δεν ξέρω τίποτα (не знаю ничего, не знаю ничего), αυτή 'ναι η τιμωρία μου (это наказание моё), γιατί δε γύρισα πίσω (потому что не вернулась назад), δεν κράτησα το λόγο μου (не сдержала слова моего)! Πού 'σαι, άντρα μου (где /ты/, муж мой), να με λυπηθείς με το κακό που έπαθα (пожалел бы меня со злом, которое /я/ перенесла = зная, что я перенесла)!
Πέρασε κανένας μήνας (прошёл примерно месяц) κι ήρθε η ώρα (и пришёл час) που θα ντουφεκίζανε το Γιάννη (когда расстреляют Янниса). Άρχισε να μαζεύεται κόσμος και στρατός (начал собираться народ и войско), με τύμπανα, με σημαίες (с барабанами, с флагами), στον τόπο που θα τον εκτελούσανε (на месте, где его расстреляют).
Τον στήσανε λοιπόν μες στη μέση (его поставили, итак, в середине) και διατάχτηκαν ένας, δύο, τρεις στρατιώτες (и приказали одному, двум, трём солдатам) να του ρίξουνε ντουφεκιές να τον σκοτώσουνε (чтобы в него стреляли: " бросили выстрелы" чтобы его убить).
Έκλαιγε ο Γιάννης:
– Δεν ξέρω τίποτα, δεν ξέρω τίποτα, αυτή 'ναι η τιμωρία μου, γιατί δε γύρισα πίσω, δεν κράτησα το λόγο μου! Πού 'σαι, άντρα μου, να με λυπηθείς με το κακό που έπαθα!
Πέρασε κανένας μήνας κι ήρθε η ώρα που θα ντουφεκίζανε το Γιάννη. Άρχισε να μαζεύεται κόσμος και στρατός, με τύμπανα, με σημαίες, στον τόπο που θα τον εκτελούσανε.
Τον στήσανε λοιπόν μες στη μέση και διατάχτηκαν ένας, δύο, τρεις στρατιώτες να του ρίξουνε ντουφεκιές να τον σκοτώσουνε.
Όταν έφτασε η ώρα,τον ρώτησαν (когда пришёл час, его спросили):
Μην έχεις καμία πεθυμιά στερνή; (не имеешь /ли/ какого-нибудь желания последнего?)
Να μου φέρτε λίγα κάρβουνα αναμμένα (принесите мне немного углей горящих).
Του φέρνουνε ένα λιβανιστήρι με κάρβουνα (ему несут кадило с углями).
Βγάζει τότε τις τρίχες (достаёт тогда волосы) που του 'χε δώσει ο βασιλιάς Τριαντάφυλλος από την κεφαλή του (которые ему дал царь Роза из головы своей) και τις ρίχνει απάνω στα κάρβουνα (и их бросает сверху на угли).
Όταν έφτασε η ώρα,τον ρώτησαν:
Μην έχεις καμία πεθυμιά στερνή;
Να μου φέρτε λίγα κάρβουνα αναμμένα.
Του φέρνουνε ένα λιβανιστήρι με κάρβουνα.
Βγάζει τότε τις τρίχες που του 'χε δώσει ο βασιλιάς Τριαντάφυλλος από την κεφαλή του και τις ρίχνει απάνω στα κάρβουνα.
Δεν προλάβανε να καούνε καλά καλά (не успели /волосы/ сгореть как следует) και φάνηκε να 'ρχεται από μακριά, πολύ μακριά (оказалось, что движется издалека, очень /из/далека), άλλος στρατός, με άλογα, με τύμπανα (другое войско, с конями, с барабанами), με σημαίες, με μουσικές (с флагами, с музыкантами), κι ακούστηκε μια δυνατή φωνή (и послышался сильный голос = громкий голос):
– Μην τον εκτελείτε (не расстреливайте его)! Μην τον εκτελείτε! Μη, μη, και μη (нет, нет и нет)!
Μείνανε όλοι μαρμαρωμένοι (остались все оцепеневшие = все оцепенели; μαρμαρώνω – превращать в мрамор; приводить в оцепенение) και καρτεράγανε ίσαμε να φτάσει ο άλλος στρατός (и ждали, пока не подойдёт другое войско). Όταν έφτασε (когда подошло), κατεβαίνει πρώτος ο βασιλιάς (спускается /с коня/ = спешивается первым царь) και μετά ο στρατός όλος (и потом войско всё). Ζυγώνει το Γιάννη και του λέει (приближается к Яннису и ему говорит):
– Βγάλε το καπέλο σου (сними шапку свою)!
Δεν προλάβανε να καούνε καλά καλά και φάνηκε να 'ρχεται από μακριά, πολύ μακριά, άλλος στρατός, με άλογα, με τύμπανα, με σημαίες, με μουσικές, κι ακούστηκε μια δυνατή φωνή:
– Μην τον εκτελείτε! Μην τον εκτελείτε! Μη, μη, και μη! Μείνανε όλοι μαρμαρωμένοι και καρτεράγανε ίσαμε να φτάσει ο άλλος στρατός. Όταν έφτασε, κατεβαίνει πρώτος ο βασιλιάς και μετά ο στρατός όλος. Ζυγώνει το Γιάννη και του λέει:
– Βγάλε το καπέλο σου!
Βγάζοντας το καπέλο του ο Γιάννης (снявший = снял шапку свою Яннис), χύνονται από το κεφάλι του (рассыпались с головы его; χύνω – лить, разливать; рассыпать) εκείνα τα ωραία τα ξανθά μαλλιά (эти прекрасные белокурые волосы) και οι χρυσές οι μπούκλες (и золотые локоны)…
– Αχ, γυναίκα μου, βασίλισσα μου και κυρά μου (жена моя, царица моя и госпожа моя), σε τιμώρησα, γιατί πολύ σ' αγαπούσα (тебя наказал, потому что очень тебя любил)! Τώρα όμως που ανταμωθήκαμε ξανά (теперь однако, когда встретились снова), δε θα σ' αφήσω πια (не оставлю тебя больше)!
Και εξήγησε στον άλλο βασιλιά (и объяснил другому царю) ότι ο Γιάννης ήτανε η βασίλισσα, η συντρόφισσα του (что Яннис был царицей, спутницей его = женой его; ο σύντροφος/ η συντρόφισσα – товарищ; компаньон; спутник).
Βγάζοντας το καπέλο του ο Γιάννης, χύνονται από το κεφάλι του εκείνα τα ωραία τα ξανθά μαλλιά και οι χρυσές οι μπούκλες…
– Αχ, γυναίκα μου, βασίλισσα μου και κυρά μου, σε τιμώρησα, γιατί πολύ σ' αγαπούσα! Τώρα όμως που ανταμωθήκαμε ξανά, δε θα σ' αφήσω πια!
Και εξήγησε στον άλλο βασιλιά ότι ο Γιάννης ήτανε η βασίλισσα, η συντρόφισσα του.
Την πήρε λοιπόν πάλι (её взял = увёз, итак, обратно), με μουσικές, με χαρές (с музыкантами, с радостями), με σημαίες, με τύμπανα (с флагами, с барабанами), και ξαναγύρισαν στο παλάτι τους (и снова вернулись во дворец их).
Κι από τότε την είχε και την αγαπούσε (и с тех пор: "от тогда" её имел /женой/ и её любил), και τον αγάπαγε κι αυτή (и его любила и она), και δεν ξαναθέλησε ποτέ (и снова не захотела никогда) να τον αποχωριστεί (с ним расставаться). Και ζήσανε κείνοι καλά (и жили они хорошо) κι εμείς καλύτερα (и мы /ещё/ лучше)!
Την πήρε λοιπόν πάλι, με μουσικές, με χαρές, με σημαίες, με τύμπανα, και ξαναγύρισαν στο παλάτι τους.
Κι από τότε την είχε και την αγαπούσε, και τον αγάπαγε κι αυτή, και δεν ξαναθέλησε ποτέ να τον αποχωριστεί. Και ζήσανε κείνοι καλά κι εμείς καλύτερα!