Νικόλας ο Βιολιτζής (Никόлас скрипач; το βιολί – скрипка)

Ζούσε μια φορά (жил один раз = однажды), τα χρόνια εκείνα τα παλιά (в времена те давние), ένας βιολιτζής που τον έλεγαν Νικόλα (скрипач, которого звали Николас). Γύριζε στα πανηγύρια (приходил на праздники; γυρίζω – возвращаться; бродить, гулять) κι έπαιζε το βιολί του (и играл на скрипке своей) για να βγάλει μεροκάματο ο φτωχός (чтобы заработал дневной заработок бедняк /Николас/; βγάζω).


Ζούσε μια φορά, τα χρόνια εκείνα τα παλιά, ένας βιολιτζής που τον έλεγαν Νικόλα. Γύριζε στα πανηγύρια κι έπαιζε το βιολί του για να βγάλει μεροκάματο ο

φτωχός.


Μια Κυριακή πρωί (в одно воскресенье утром), καθώς πήγαινε σ' ένα πανηγύρι (когда шёл на праздник), δυο ώρες δρόμο με τα πόδια (два часа пути пешком: "с ногами"), πήρε το μάτι του (заметил: "взял глаз его") κάτω στη ρεματιά ένα καλύβι (внизу в овраге хижину). Περίεργο, πώς δεν το 'χε ξαναδεί; (любопытно, как её не видел /раньше/; ξαναβλέπω – видеть снова) Τόσες φορές τον περπάτησε αυτόν το δρόμο (/он/ столько раз по ней проходил, по этой дороге). Πήρε τον κατήφορο (спустился; παίρνω τον κατήφορο – спускаться; ο κατήφορος – спуск, склон) γεμάτος περιέργεια (исполненный любопытства; γεμάτος – полный) και χτύπησε την πόρτα (и постучал в дверь) να δει ποιος μένει μέσα (чтобы увидеть, кто живёт внутри).


Μια Κυριακή πρωί, καθώς πήγαινε σ' ένα πανηγύρι, δυο ώρες δρόμο με τα πόδια, πήρε το μάτι του κάτω στη ρεματιά ένα καλύβι. Περίεργο, πώς δεν το 'χε ξαναδεί; Τόσες φορές τον περπάτησε αυτόν το δρόμο. Πήρε τον κατήφορο γεμάτος περιέργεια και χτύπησε την πόρτα να δει ποιος μένει μέσα.


Του άνοιξε ένας καλόγερος (ему открыл /дверь/ монах).

Καλώς τον (добро пожаловать)! Περνά μέσα να ξαποστάσεις (проходи внутрь, отдохни), του είπε (ему сказал).

Ώρα καλή σου ("время доброе тебе" = дай тебе Бог здоровья; вообще пожелание счастья /благополучия, доброй дороги и пр.), γέροντα (старче). Είμαι ο Νικόλας ο βιολιτζής (я Николас скрипач). Πάω για την Περαχώρα (иду в Перахора; досл.: "Дальнее место, Дальний край"), να παίξω στο πανηγύρι (чтобы играть на празднике).

Δε μου παίζεις κι εμένα κάτι (не сыграешь и мне что-нибудь), ν' αγαλλιάσει η ψυχή μου; (чтобы порадовалась душа моя? αγαλλιώ – ликовать, очень сильно радоваться) του είπε ο καλόγερος (ему сказал монах).


Του άνοιξε ένας καλόγερος.

Καλώς τον! Περνά μέσα να ξαποστάσεις, του είπε.

Ώρα καλή σου, γέροντα. Είμαι ο Νικόλας ο βιολιτζής. Πάω για την Περαχώρα, να παίξω στο πανηγύρι.

Δε μου παίζεις κι εμένα κάτι, ν' αγαλλιάσει η ψυχή μου; του 'πε ο καλόγερος.


Κι ο Νικόλας του 'παιξε ένα σκοπό με το βιολί του (и Николас ему сыграл мелодию на своей скрипке).

– Να είσαι καλά (пусть у тебя всё будет хорошо), άνθρωπε μου (человек мой). Πάρε κι αυτό για τον κόπο σου (возьми и это за труд твой), είπε ο καλόγερος και του έδωσε μια λίρα (сказал монах и ему дал лиру).

Μια λίρα για ένα σκοπό (лира за одну мелодию)! Ο Νικόλας έμεινε με το στόμα ανοιχτό (Николас остался с ртом открытым). Την άλλη Κυριακή ο δρόμος έφερε το Νικόλα (в следующее воскресенье дорога принесла Николаса = привела) και πάλι απ' τα μέρη του καλόγερου (и опять в местность монаха). Μια και δυο του ξαναχτυπά την πόρτα (сразу ему снова постучал в дверь; ξανα – снова, χτυπώ – бить, стучать).


Κι ο Νικόλας του 'παιξε ένα σκοπό με το βιολί του.

– Να 'σαι καλά, άνθρωπε μου. Πάρε κι αυτό για τον κόπο σου, είπε ο καλόγερος και του έδωσε μια λίρα.

Μια λίρα για ένα σκοπό! Ο Νικόλας έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Την άλλη Κυριακή ο δρόμος έφερε το Νικόλα και πάλι απ' τα μέρη του καλόγερου. Μια και δυο του ξαναχτυπά την πόρτα.


Να σου παίξω ένα σκοπό, γέροντα (я тебе сыграю мелодию, старче), ν' αγαλλιάσει η ψυχή σου; (чтобы порадовалась душа твоя?)

Ο Θεός σ' έστειλε τώρα (Бог тебя послал сейчас) που είμαι κουρασμένος (когда я усталый). Παίξε και να 'χεις την ευχή μου (сыграй и благословляю тебя: "пусть ты имеешь моё благословение"), αποκρίθηκε ο γέροντας (ответил старец).

Τότε ο Νικόλας έπιασε ένα σκοπό κι ο γέροντας καταυχαριστήθηκε (тогда Николас сыграл мелодию, и старец очень обрадовался).

– Να 'σαι καλά (пусть у тебя всё будет хорошо) κι αγαλλίασε η ψυχή μου (и порадовалась душа моя), είπε ο καλόγερος και του 'δωσε άλλη μια λίρα χρυσή (сказал монах и ему дал ещё одну лиру золотую).

Μια λίρα το σκοπό (лира /за/ мелодию)! Ο Νικόλας πέταξε από χαρά (Николас летал от радости).


– Να σου παίξω ένα σκοπό,γέροντα, ν' αγαλλιάσει η ψυχή σου;

– Ο Θεός σ' έστειλε τώρα που είμαι κουρασμένος. Παίξε και να 'χεις την ευχή μου, αποκρίθηκε ο γέροντας.

Τότε ο Νικόλας έπιασε ένα σκοπό κι ο γέροντας καταυχαριστήθηκε.

– Να 'σαι καλά κι αγαλλίασε η ψυχή μου, είπε ο καλόγερος και του 'δωσε άλλη μια λίρα χρυσή.

Μια λίρα το σκοπό! Ο Νικόλας πέταξε από χαρά.


Πέρασε καιρός πολύς (прошло время многое = прошло много времени) κι είπε να ξαναπάει (и подумал снова пойти; λέγω – говорить; думать, полагать)

μπας και βρει τον καλόγερο (может быть, и найдёт монаха) ο Νικόλας. Χτύπησε, ξαναχτύπησε (стучал, снова стучал), τίποτα, ούτε φωνή (ничего /не услышал в ответ/, ни звука). Παίρνει την απόφαση (принимает решение) κι ανοίγει την πόρτα (и открывает дверь). Τι να δει (что же он видит)! Πάνω στο κρεβάτι (сверху на кровати) τα κόκαλα του καλόγερου (кости монаха). Ποιος ξέρει πότε πέθανε ο δύστυχος (кто знает, когда умер несчастный) και κανείς δεν πήρε χαμπάρι (и никто /об этом/ не узнал; το χαμπάρι – новость, известие; παίρνω χαμπάρι – разузнавать; δεν έχω / παίρνω χαμπάρι – понятия не имею).


Πέρασε καιρός πολύς κι είπε να ξαναπάει μπας και βρει τον καλόγερο ο Νικόλας. Χτύπησε, ξαναχτύπησε, τίποτα, ούτε φωνή. Παίρνει την απόφαση κι ανοίγει την πόρτα. Τι να δει! Πάνω στο κρεβάτι τα κόκαλα του καλόγερου. Ποιος ξέρει πότε πέθανε ο δύστυχος και κανείς δεν πήρε χαμπάρι.


Θεοσεβούμενος ο Νικόλας (благочестивый Николас), πάει βρίσκει ένα σακί (идёт находит мешок), μαζεύει ευλαβικά τα κόκαλα (собирает благочестиво кости), τα φορτώνει (их уносит; φορτώνω – грузить, нагружать, взваливать) και τα θάβει στην αυλή του σπιτιού του (и их хоронит в дворе дома своего). Πάνω στο χρόνο (через какое-то время) φυτρώνει εκεί μια μηλιά (выросла там яблоня), μα τι μηλιά (но какая яблоня)! Μηλιά με χρυσά μήλα (яблоня с золотыми яблоками)! Μήλα μάζευε ο Νικόλας (яблоки собирал Николас), χρυσάφι έβγαζε (золото выделял /из них/)! Κι από βιολιτζής έγινε άρχοντας (и из скрипача стал богачом; ο άρχοντας – правитель; барин; богач)! Μα το μυστικό, μυστικό (но секрет, секрет)! Τάφος (могила)! Ούτε η Νικόλαινα δεν το 'ξερε (даже жена Николаса не это знала = этого не знала).


Θεοσεβούμενος ο Νικόλας, πάει βρίσκει ένα σακί, μαζεύει ευλαβικά τα κόκαλα, τα φορτώνει και τα θάβει στην αυλή του σπιτιού του. Πάνω στο χρόνο φυτρώνει εκεί μια μηλιά, μα τι μηλιά! Μηλιά με χρυσά μήλα! Μήλα μάζευε ο Νικόλας, χρυσάφι έβγαζε! Κι από βιολιτζής έγινε άρχοντας! Μα το μυστικό, μυστικό! Τάφος! Ούτε η Νικόλαινα δεν το 'ξερε.


Πες μου, Νικόλα, τι μηλιά είν' αυτή; (скажи мне, Николас, что это за яблоня?)

Δεν είναι δουλειά σου, γυναίκα ("не работа твоя, жена" = не твоё дело, жена), απαντούσε ο Νικόλας (отвечал Николас).

Πες, πες (мало-помалу), όμως, τον κατάφερε (однако, его уговорила) και της είπε το μυστικό (и ей сказала тайну). Γυναίκα ήταν (/она/ женщина была), καυχησιάρα ήταν (хвастливая была), δεν άντεξε (не удержалась; αντέχω – выдержать, устоять). Το 'πε το μυστικό (сказала тайну). Το 'πε στη γυναίκα του Σάββα του σαράφη (сказала жене Саввы-менялы). Το 'μαθε κι ο Σάββας (это узнал и Савва) και μια και δυο πάει στο Νικόλα (и тотчас идёт к Николасу).


Πες μου, Νικόλα, τι μηλιά είν' αυτή;

Δεν είναι δουλειά σου, γυναίκα, απαντούσε ο Νικόλας.

Πες, πες, όμως, τον κατάφερε και της είπε το μυστικό. Γυναίκα ήταν, καυχησιάρα ήταν, δεν άντεξε. Το 'πε το μυστικό. Το 'πε στη γυναίκα του Σάββα του σαράφη. Το 'μαθε κι ο Σάββας και μια και δυο πάει στο Νικόλα.


Το 'μαθα το μυστικό (узнал тайну)! Ξέρω τι έσπειρες και φύτρωσε η μηλιά (знаю, что /ты/ посеял, и выросла яблоня)!

Δεν ξέρεις (не знаешь) κι ούτε πρόκειται να μάθεις (и даже речи не идёт, чтоб /ты/ узнал; πρόκειται για – речь идёт о…; дело в том, что…), χτυπιόταν ο Νικόλας (бросил Николас; χτυπώ – бить; резко отвечать).

Στοίχημα το βίος μου (спорим на состояние моё; στοίχημα – пари; спор, заклад), του απαντάει ο Σάββας (ему отвечает Савва) και ο Νικόλας δέχεται το στοίχημα (и Николас принимает пари).

Τα κόκαλα του καλόγερου έθαψες (кости монаха похоронил) και, αν θες, σκάβουμε στη ρίζα (и, если хочешь, будем копать у корня) και τα βρίσκουμε, καυχήθηκε ο Σάββας (и их найдём, – похвастался Савва).


Το 'μαθα το μυστικό! Ξέρω τι έσπειρες και φύτρωσε η μηλιά!

Δεν ξέρεις κι ούτε πρόκειται να μάθεις, χτυπιόταν ο Νικόλας.

Στοίχημα το βίος μου, του απαντάει ο Σάββας και ο Νικόλας δέχεται το στοίχημα.

Τα κόκαλα του καλόγερου έθαψες και, αν θες, σκάβουμε στη ρίζα και τα βρίσκουμε, καυχήθηκε ο Σάββας.


Έπεσε να πεθάνει ο Νικόλας (упал умереть Николас = страшно огорчился). Τα 'βαλε με τη Νικόλαινα (стал спорить с женой). Μα ποιο το όφελος; ("но какая польза" = и что с того?) Πάει το βίος, πάνε και τα μήλα (уходит состояние, уходит и богатство). Όλα ανήκαν πλέον στο Σάββα (всё принадлежит уже Савве)… Πήρε των ομματίων του κι έφυγε (ушёл с глаз долой и уехал; παίρνω των ομματίων μου – уходить с глаз долой). Έφυγε πολύ μακριά (уехал очень далеко) να βρει την τύχη του (чтобы найти судьбу свою; η τύχη – судьба, участь; удача; случай). Ποια τύχη όμως; (какую судьбу, однако?) Μια φορά σου χτυπάει την πόρτα (однажды тебе стучит в дверь /судьба/).

Ένα απομεσήμερο (однажды после полудня: "в один после полудня"), κει που έπαιζε το βιολί του λυπητερά (когда играл на скрипке своей печально; εκεί / κει – там, туда; εκεί / κει που – когда, в то время как), ήρθε και κάθισε πάνω στο δοξάρι ένας παπαγάλος (пришёл = прилетел и сел сверху на смычок попугай).


Έπεσε να πεθάνει ο Νικόλας. Τα 'βαλε με τη Νικόλαινα. Μα ποιο το όφελος; Πάει το βίος, πάνε και τα μήλα. Όλα ανήκαν πλέον στο Σάββα… Πήρε των ομματίων του κι έφυγε. Έφυγε πολύ μακριά να βρει την τύχη του. Ποια τύχη όμως; Μια φορά σου χτυπάει την πόρτα.

Ένα απομεσήμερο, κει που έπαιζε το βιολί του λυπητερά, ήρθε και κάθισε πάνω στο δοξάρι ένας παπαγάλος.


Δε σε βλέπω καλά, αφεντικό (с тобой что-то не так, хозяин: "не вижу тебя хорошо / в порядке"), είπε με ανθρώπινη λαλιά ο παπαγάλος (сказал человеческим голосом попугай).

Το και το (так и так), πιάνει και του τα ιστορεί όλα ο Νικόλας (берёт и ему рассказывает всё Николас) κι αλάφρωσ' η καρδιά του (и успокаивается сердце его; αλαφρώνω – облегчать; успокаивать; αλαφρύς – лёгкий).

– Έννοια σου, αφεντικό (не беспокойся, хозяин; έννοια – забота, хлопоты). Πάρε με μαζί σου (возьми меня с собой) και θα τον κανονίσουμε το Σάββα το σαράφη (и /мы/ ему устроим, Савве-меняле; κανονίζω – упорядочивать; образумливать; θα σε κανονίζω – я тебе задам, я тебе всыплю).


– Δε σε βλέπω καλά, αφεντικό, είπε με ανθρώπινη λαλιά ο παπαγάλος.

– Το και το, πιάνει και του τα ιστορεί όλα ο Νικόλας κι αλάφρωσ' η καρδιά του.

– Έννοια σου, αφεντικό. Πάρε με μαζί σου και θα τον κανονίσουμε το Σάββα το σαράφη.


Έτσι είπε ο παπαγάλος (так сказал попугай) και του ψιθύρισε κάτι στ' αυτί (и ему прошептал что-то на ухо). Τι του είπε; (что ему сказал?) Πού να ξέρω κι εγώ (понятия не имею и я). Ο Νικόλας πάντως ξαστέρωσε (Николас, во всяком случае, обрадовался; ξαστερώνω – проясняться (о погоде); становиться чистым, прозрачным), γέλασε το χείλι του (улыбнулся рот его; το χείλι – губа; уста) κι αμέσως, μπροστά αυτός με το βιολί του (и тотчас, впереди он со скрипкой его), πίσω ο παπαγάλος (сзади попугай), πήραν το δρόμο του γυρισμού (отправились в обратный путь: "взяли дорогу возвращения"). Σαν κοντοζύγωσαν στο χωριό (когда приблизились к деревне; κοντοζυγώνω – близко подходить, вплотную приближаться), του λέει ο παπαγάλος (ему говорит попугай):

– Όπως είπαμε, αφεντικό (как сказали, хозяин = как договорились, хозяин). Κρύψε με τώρα στο σακί (спрячь меня теперь в мешок) και τ' άλλα άσ' τα σ' εμένα (а остальное, оставь это мне; άσε – дай, оставь; άσ' τα – оставь это, пусть это остаётся).


Έτσι είπε ο παπαγάλος και του ψιθύρισε κάτι στ' αυτί. Τι του είπε; Πού να ξέρω κι εγώ. Ο Νικόλας πάντως ξαστέρωσε, γέλασε το χείλι του κι αμέσως, μπροστά αυτός με το βιολί του, πίσω ο παπαγάλος, πήραν το δρόμο του γυρισμού. Σαν κοντοζύγωσαν στο χωριό, του λέει ο παπαγάλος:

– Όπως είπαμε, αφεντικό. Κρύψε με τώρα στο σακί και τ' άλλα άσ'τα σ' εμένα.


Τον κρύβει ο Νικόλας στο σακί (его прячет Николас в мешок), το δένει από πάνω (его завязывает сверху) και τραβάει γραμμή στο σπίτι του Σάββα του σαράφη (и держит путь к дому Саввы-менялы).

Ήρθα να πάρω το βίος μου πίσω, του λέει (/я/ пришёл взять моё богатство назад, – ему говорит).

Να 'σαι καλά, Νικόλα (будь здоров, Николас: "пусть /ты/ будешь хорошо"), μ' έκανες και γέλασα (/ты/ меня насмешил), του απαντάει ο Σάββας (ему отвечает Савва).


Τον κρύβει ο Νικόλας στο σακί, το δένει από πάνω και τραβάει γραμμή στο σπίτι του Σάββα του σαράφη.

Ήρθα να πάρω το βίος μου πίσω, του λέει.

Να 'σαι καλά, Νικόλα, μ' έκανες και γέλασα, του απαντάει ο Σάββας.


Πάμε ξανά ένα στοίχημα (заключим: "пойдём" снова пари), τι έχω μέσα στο σακί; (что имею внутри мешка? = что у меня в мешке?) Αν χάσω (если проиграю), σου δίνω ό (тебе даю то), τι έβγαλα τόσον καιρό στα ξένα (что получил / заработал за столько времени на чужбине). Αν κερδίσω (если выиграю), μου δίνεις το βίος μου πίσω (мне даёшь богатство моё обратно), του λέει ο Νικόλας (ему говорит Николас).

Κι ο Σάββας δέχτηκε το στοίχημα (и Савва принял пари).

Μαζεύτηκε κόσμος την άλλη μέρα (собрался народ на следующий день) στην πλατεία για να δουν (на площади, чтобы посмотреть) ποιος θα κερδίσει και ποιος θα χάσει (кто выиграет и кто проиграет).


– Πάμε ξανά ένα στοίχημα, τι έχω μέσα στο σακί; Αν χάσω, σου δίνω ό, τι έβγαλα τόσον καιρό στα ξένα. Αν κερδίσω, μου δίνεις το βίος μου πίσω, του λέει ο Νικόλας.

Κι ο Σάββας δέχτηκε το στοίχημα.

Μαζεύτηκε κόσμος την άλλη μέρα στην πλατεία για να δουν ποιος θα κερδίσει και ποιος θα χάσει.


– Πάει ο καημένος ο Νικόλας (идёт несчастный Николас), του σάλεψε (/он/ сошёл с ума; σαλεύω – двигать; σάλεψε το μυαλό του – он сошёл с ума), έλεγαν μεταξύ τους (говорили между собой: "между ними").

– Τι το 'βαλε το στοίχημα; (на что поставил пари? = на что он спорил?)

Γάτα είναι στο σακί (кошка в мешке). Δεν την ακούει; (/разве/ не слышишь её?) Ως πέρα ακούγεται το νιαούρισμα (издалека слышится мяуканье).

Μη, Νικόλα μου, του φώναζε η Νικόλαινα (нет, Николас мой, – ему закричала жена). Κράτα αυτά που έβγαλες στα ξένα (сохрани то, что приобрёл на чужбине; κρατώ – держать; удерживать) κι άσ' το να πάει στο καλό (и будь что будет: «оставь это идти к хорошему»).


Πάει ο καημένος ο Νικόλας, του σάλεψε, έλεγαν μεταξύ τους.

Τι το 'βαλε το στοίχημα;

Γάτα είναι στο σακί. Δεν την ακούει; Ως πέρα ακούγεται το νιαούρισμα.

– Μη, Νικόλα μου, του φώναζε η Νικόλαινα. Κράτα αυτά που έβγαλες στα ξένα κι άσ' το να πάει στο καλό.


Ο Νικόλας ατάραχος (Николас /оставался/ невозмутимый), δεκάρα δεν έδινε (не обращал внимания; η δεκάρα – монета в 10 лепт; небольшая сумма денег; δεκάρα δε δίνω – мне до этого дела нет, меня это не касается; гроша ломаного не дам).

– Λοιπόν, Σάββα, τι έχει μέσα το σακί; (итак, Савва, что имеет внутри мешка? = что у Николаса в мешке?)

Κι ο Σάββας γελώντας κοροϊδευτικά (и Савва, улыбаясь насмешливо, /говорит/):

– Γάτα έχει (кошку имеет = кошка у него там). Ξέρεις άλλο ζώο να νιαουρίζει; (знаешь другое животное, чтобы мяукало?)

– Πώς δεν ξέρω! Για δες! (как не знаю = как не знать! Вот, посмотри / давай, посмотри!)


Ο Νικόλας ατάραχος, δεκάρα δεν έδινε.

Λοιπόν, Σάββα, τι έχει μέσα το σακί; Κι ο Σάββας γελώντας κοροϊδευτικά:

Γάτα έχει. Ξέρεις άλλο ζώο να νιαουρίζει;

Πώς δεν ξέρω! Για δες!


Και φραπ! (и – раз!) Ανοίγει το σακί (открывает мешок) και πετιέται από μέσα ο παπαγάλος (и вылетает изнутри попугай)!

– Να σου γίνει μάθημα (пусть тебе станет уроком)! Να σου γίνει μάθημα! Να σου γίνει μάθημα, κυρ Σάββα, είπε ο παπαγάλος (пусть тебе станет уроком, господин Савва, сказал попугай) και του 'ριξε μια κουτσουλιά κατευθείαν στο μουστάκι (и ему сбросил помёт прямо на усы).

Ο Νικόλας, λοιπόν, πήρε πίσω το βίος του (Николас, итак, взял обратно имущество своё) κι η Νικόλαινα έκλεισε για καλά το στόμα της (и его жена закрыла как следует рот свой; για καλά – здорово, сильно, основательно). Κι ο παπαγάλος έζησε μαζί τους (и попугай жил с ними) ζωή χαρισάμενη (жизнью прекрасной) κι εμείς ακόμα καλύτερη (и мы ещё лучше).


Και φραπ! Ανοίγει το σακί και πετιέται από μέσα ο παπαγάλος!

– Να σου γίνει μάθημα! Να σου γίνει μάθημα! Να σου γίνει μάθημα, κυρ Σάββα, είπε ο παπαγάλος και του 'ριξε μια κουτσουλιά κατευθείαν στο μουστάκι.

Ο Νικόλας, λοιπόν, πήρε πίσω το βίος του κι η Νικόλαινα έκλεισε για καλά το στόμα της. Κι ο παπαγάλος έζησε μαζί τους ζωή χαρισάμενη κι εμείς ακόμα καλύτερη.

Загрузка...