3. Τα γράμματα από τον Κανένα

Η απόδραση του Βραζιλιάνου βόα στοίχισε στον Χάρι την πιο μεγάλη του τιμωρία ως τώρα. Όταν τον άφησαν να ξαναβγεί από την αποθήκη του, οι καλοκαιρινές διακοπές είχαν αρχίσει κι ο Ντάντλι είχε κιόλας σπάσει την καινούρια του βιντεοκάμερα και χαλάσει το τηλεκατευθυνόμενο αεροπλάνο του. Επιπλέον, την πρώτη φορά που ανέβηκε στο καινούριο του ποδήλατο, είχε χτυπήσει και ρίξει κάτω την κυρία Φιγκς, που εκείνη τη στιγμή διέσχιζε το δρόμο με τις πατερίτσες της.

Ο Χάρι χαιρόταν που το σχολείο είχε τελειώσει, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι είχε γλιτώσει και από την παλιοπαρέα του Ντάντλι, που ερχόταν σχεδόν καθημερινά στο σπίτι του. Ο Πιρς, ο Ντένις, ο Μάλκολμ και ο Γκόρντον ήταν όλοι μεγαλόσωμοι και χαζοί, αλλά καθώς ο Ντάντλι ήταν ο πιο μεγαλόσωμος κι ο πιο χαζός απ' όλους, αυτός ήταν ο αρχηγός τους. Κι όλοι ήταν κάτι περισσότερο από πρόθυμοι να παίζουν το αγαπημένο παιχνίδι του Ντάντλι: να κυνηγούν τον Χάρι!

Αυτός ήταν ο λόγος που ο Χάρι περνούσε όσο περισσότερες ώρες μπορούσε έξω από το σπίτι, κάνοντας μακρινούς περιπάτους, ενώ σκεφτόταν μ' ευχαρίστηση το τέλος των διακοπών, γιατί εκεί μπορούσε να διακρίνει μια μικρή ελπίδα: το Σεπτέμβριο θα πήγαινε στο γυμνάσιο κι έτσι, για πρώτη φορά στη ζωή του, δε θα ήταν μαζί με τον Ντάντλι. O Ντάντλι θα πήγαινε στο κολέγιο όπου είχε φοιτήσει ο θείος Βέρνον, το «Σμέλτινγκς». Το ίδιο κι ο Πιρς Πόλκις. Ο Χάρι, όμως, θα πήγαινε στο «Στόνγουολ», το κοντινό δημόσιο γυμνάσιο, κάτι που ο Ντάντλι φαινόταν να 6ρίσκει πολύ αστείο.

«Την πρώτη μέρα του σχολείου βουτούν τα κεφάλια των καινούριων στην τουαλέτα», είπε μια μέρα στον Χάρι. «Θες να πάμε επάνω για προπόνηση;»

«Όχι, ευχαριστώ», αποκρίθηκε εκείνος. «Η καημένη η τουαλέτα δε θα έχει δεχθεί ποτέ μέσα της τίποτα το τόσο αηδιαστικό όσο το κεφάλι σου...» Κι έφυγε κατόπιν τρέχοντας, προτού ο Ντάντλι καταλάβει τι του είχε πει.

Κάποια μέρα του Ιουλίου η θεία Πετούνια πήγε με τον Ντάντλι στο Λονδίνο, για να του αγοράσει τη στολή του καινούριου του σχολείου, αφήνοντας, φυσικά, τον Χάρι με την κυρία Φιγκς. Αυτή τη φορά, όμως, η κυρία Φιγκς δεν ήταν τόσο αντιπαθητική όσο συνήθως. Είχε σπάσει το πόδι της σκοντάφτοντας επάνω σε μια από τις γάτες της. Τώρα δε φαινόταν να τις αγαπά όσο πριν. Έτσι άφησε τον Χάρι να δει τηλεόραση και του έδωσε κι ένα κομμάτι κέικ σοκολάτας, το οποίο όμως μύριζε μούχλα.

Εκείνο το βράδυ ο Ντάντλι φόρεσε την καινούρια του στολή κι ήρθε στο σαλόνι για να τον θαυμάσει όλη η οικογένεια. Τα αγόρια στο κολέγιο «Σμέλτινγκς» φορούσαν καφέ σακάκια, καρό παντελόνια του γκολφ και φαρδείς ψάθινους μπερέδες. Ακόμη, κρατούσαν χοντρά μπαστούνια, τα οποία χρησιμοποιούσαν για να χτυπούν ο ένας τον άλλον, όταν δεν τους έβλεπαν οι καθηγητές. Υποτίθεται, μάλιστα, πως αυτό το αμοιβαίο ξυλοκόπημα ήταν καλή προετοιμασία για τη ζωή τους αργότερα.

Κοιτάζοντας το γιο του με την καινούρια του στολή, ο θείος Βέρνον είπε με φωνή που έτρεμε πως ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει τόσο υπερήφανος. Η θεία Πετούνια, πάλι, δάκρυσε και είπε πως δεν μπορούσε να το πιστέψει πως αυτό που έβλεπε ήταν το μωρό της — τόσο όμορφος και μεγάλος έδειχνε πια ο Ντάντλι. Όσο για τον Χάρι, προτίμησε να μην πει τίποτα, για να μην τιμωρηθεί πάλι. Όλη την ημέρα πονούσε, από το σφίξιμο των δοντιών του, καθώς προσπαθούσε να μη γελάσει.

Την άλλη μέρα το πρωί, όταν μπήκε στην κουζίνα, ο Χάρι αισθάνθηκε αμέσως μια απαίσια μυρωδιά. Η μυρωδιά φαινόταν να έρχεται από μια μεγάλη μεταλλική λεκάνη στο νεροχύτη. Πλησίασε κι είδε πως η λεκάνη ήταν γεμάτη από γκρίζα κομμάτια πανί, που κολυμπούσαν μέσα σε βρόμικο νερό.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε τη θεία Πετούνια.

Εκείνη έσφιξε τα χείλη της δυσαρεστημένη, κάτι που έκανε πάντα όταν ο Χάρι τολμούσε να ρωτήσει κάτι.

«Η στολή σου για το καινούριο σχολείο», αποκρίθηκε στη συνέχεια.

Ο Χάρι έριξε άλλη μια ματιά στο περιεχόμενο της λεκάνης.

«Α!» παρατήρησε. «Δεν ήξερα πως πρέπει να είναι τόσο βρεμένη...»

«Μη λες βλακείες!» τον έκοψε η θεία Πετούνια. «Βάφω μερικά παλιά ρούχα του Ντάντλι γκρίζα, για σένα. Όταν τελειώσω, θα δείχνουν ίδια με των άλλων παιδιών».

Ο Χάρι αμφέβαλλε γι' αυτό, αλλά σκέφθηκε πως ήταν καλύτερα να μη μιλήσει. Κάθισε στο τραπέζι και προσπάθησε να μη σκέφτεται πώς θα φαινόταν την πρώτη μέρα στο καινούριο σχολείο — σαν να φορούσε κομμάτια από δέρμα ί ελέφαντα!

Ο Ντάντλι κι ο θείος Βέρνον μπήκαν στην κουζίνα κι αμέσως ζάρωσαν κι οι δυο τις μύτες τους απ' τη μυρωδιά της καινούριας στολής του Χάρι. Όπως το συνήθιζε, ο θείος Βέρνον άνοιξε αμέσως την εφημερίδα του, ενώ ο Ντάντλι χτύπησε το μπαστούνι του «Σμέλτινγκς», το οποίο κουβαλούσε παντου μαζί του, επάνω στο τραπέζι.

Λίγα λεπτά αργότερα όλοι άκουσαν το χαρακτηριστικό θόρυβο που έκαναν οι επιστολές καθώς έπεφταν στο δάπεδο του χολ, από το μικρό άνοιγμα της πόρτας.

«Φέρε τα γράμματα, Ντάντλι», είπε ο θείος Βέρνον πίσω από την εφημερίδα του.

«Πες στον Χάρι να τα φέρει...»

«Χάρι, φέρε τα γράμματα».

«Πες στον Ντάντλι να τα φέρει...»

«Δώσ' του μια με το μπαστούνι, Ντάντλι».

Ο Χάρι απέφυγε μ' ευλυγισία το μπαστούνι και πήγε να φέρει τα γράμματα. Τρία ήταν πεσμένα στο χαλί: μια κάρτα από την αδελφή του θείου Βέρνον, τη Μαρτζ, που έλειπε σε διακοπές, ένας καφέ φάκελος, που πρέπει να είχε μέσα κάποιο λογαριασμό, και... ένα γράμμα για τον Χάρι!

Ο Χάρι το πήρε στα χέρια του και το κοίταξε, ενώ η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά, που νόμιζε πως θα σπάσει. Κανείς, ποτέ, σ' ολόκληρη τη ζωή του, δεν του είχε γράψει γράμμα!... Και ποιος να του γράψει άλλωστε; Δεν είχε φίλους, ούτε άλλους συγγενείς. Δεν ήταν γραμμένος στη δανειστική βιβλιοθήκη κι έτσι δεν είχε πάρει ποτέ ούτε καν ένα αυστηρό σημείωμα που να ζητά πίσω τα καθυστερημένα βιβλία... Κι όμως, να το, εδώ, μπροστά στα μάτια του, ένα γράμμα, με το όνομα του παραλήπτη γραμμένο τόσο καθαρά, που δε χωρούσε καμία αμφιβολία. Κυριον Χάρι Πάτερ

Στην αποθήκη κάτω από τη σκάλα

ΟδόςΠριβέτ4

Λιτλ Χουίνγκιν, επαρχία Σάρεϊ

Ο φάκελος ήταν φτιαγμένος από χοντρό και λίγο κιτρινωπό χαρτί κι η διεύθυνση γραμμένη με καταπράσινο μελάνι. Δεν υπήρχε γραμματόσημο.

Γυρίζοντας το φάκελο απ' την άλλη μεριά, με χέρια που έτρεμαν, ο Χάρι είδε πως ήταν κλεισμένος με μια σφραγίδα από κόκκινο κερί, η οποία είχε ένα περίεργο έμβλημα: ένα λιοντάρι, έναν αετό, ένα σκαντζόχοιρο κι ένα φίδι, πλαισιωμένα από ένα κεφαλαίο Χ.

«Γρήγορα, μικρέ», φώναξε ο θείος Βέρνον από την κουζίνα. «Τι κάνεις τόση ώρα; Ψάχνεις μήπως μας έστειλαν καμιά βόμβα με το ταχυδρομείο;» Και γέλασε πλατιά με το ίδιο του το αστείο.

Ο Χάρι ξαναγύρισε στην κουζίνα, με το Βλέμμα ακόμη στηλωμένο στο γράμμα του. Έδωσε την κάρτα και τον καφέ φάκελο στο θείο Βέρνον. Μετά κάθισε στη θέση του κι άρχισε ν' ανοίγει αργά το δικό του γράμμα.

Ο θείος Βέρνον άνοιξε τον καφέ φάκελο, διάβασε το περιεχόμενο του και μετά τον πέταξε στο τραπέζι, νευριασμένος. Έπειτα γύρισε την κάρτα απ' την άλλη πλευρά.

«Η Μαρτζ είναι άρρωστη», είπε στη θεία Πετούνια. «Έφαγε κάτι μύδια και...»

«Μπαμπά!» τον διέκοψε ξαφνικά ο Ντάντλι. «Ο Χάρι πήρε κάτι».

Ο Χάρι ήταν έτοιμος να ξεδιπλώσει το γράμμα του, που ήταν γραμμένο στο ίδιο χοντρό χαρτί όπως κι ο φάκελος, όταν ο θείος Βέρνον το άρπαξε απότομα απ' τα χέρια του.

«Αυτό είναι δικό μου!» φώναξε ο Χάρι, προσπαθώντας να το ξαναπάρει.

«Και ποιος θα έγραφε σε σένα;» είπε κοροϊδευτικά ο θείος Βέρνον, ξεδιπλώνοντας το γράμμα με το ένα χέρι και ρίχνοντας του μια ματιά. Αμέσως το πρόσωπο του έγινε από κόκκινο καταπράσινο, πιο γρήγορα κι απ' τα φανάρια της τροχαίας. Αλλά δε σταμάτησε εκεί. Μέσα σ' ένα δευτερόλεπτο είχε γίνει γκρίζο, σαν πολυκαιρισμένο κουρκούτι!

«Π... Π... Πετούνια!» μουρμούρισε.

Ο Ντάντλι προσπάθησε κι αυτός ν' αρπάξει το γράμμα, για να το διαβάσει, αλλά ο θείος Βέρνον σήκωσε ψηλά το χέρι του, για να μην το φτάνει. Γεμάτη περιέργεια, η θεία Πεχούνια το πήρε απ' τον άντρα της κι άρχισε να το διαβάζει. Αμέσως και το δικό της πρόσωπο άλλαξε. Έγινε κατάχλομο, σαν να ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει! Έφερε το ελεύθερο χέρι στο λαιμό της κι έκανε έναν ήχο σαν να τη στραγγάλιζαν.

«Βέρνον!» είπε. «Θεέ μου, Βέρνον!»

Κοίταξαν ο ένας τον άλλο στα μάτια, σαν να είχαν ξεχάσει εντελώς την παρουσία του Ντάντλι και του Χάρι. Ο Ντάντλι, όμως, δεν ήταν συνηθισμένος να τον ξεχνούν. Έδωσε, λοιπόν, μια με το μπαστούνι στο κεφάλι του πατέρα του.

«Θέλω να διαβάσω κι εγώ το γράμμα!» είπε δυνατά.

«Εγώ θέλω να το διαβάσω!» φώναξε θυμωμένος ο Χάρι. «Αφού είναι δικό μου!»

«Φύγετε κι οι δυο σας από δω!» είπε ο θείος Βέρνον, Βάζοντας το γράμμα στο φάκελο του.

Ο Χάρι δεν κουνήθηκε.

«Θέλω το γράμμα μου!» φώναζε δυνατά.

«Δώσ' το σε μένα!» φώναξε ο Ντάντλι.

«Έξω!» αγρίεψε ο θείος Βέρνον. Και αρπάζοντας τον Ντάντλι και τον Χάρι απ' τους γιακάδες, τους έσυρε έξω στο χολ κι έκλεισε πίσω τους την πόρτα της κουζίνας. Αμέσως ο Ντάντλι κι ο Χάρι άρχισαν να παλεύουν σιωπηλά για το ποιος θα κρυφάκουγε απ' την κλειδαρότρυπα. Ο Ντάντλι κέρδισε κι έτσι ο Χάρι, με τα γυαλιά του να κρέμονται απ' το ένα του αφτί, ξάπλωσε κάτω και κόλλησε το άλλο του αφτί στη χαραμάδα, ανάμεσα στην πόρτα και το πάτωμα.

«Βέρνον», έλεγε η θεία Πετούνια με φωνή που έτρεμε, «δες τη διεύθυνση. Πώς μπόρεσαν να μάθουν πού κοιμάται; Μήπως παρακολουθούν το σπίτι μας;»

«Παρακολουθούν, κατασκοπεύουν, ίσως και να μας ακολουθούν στο δρόμο!...» φώναξε έξαλλος ο θείος Βέρνον.

«Μα τι πρέπει να κάνουμε τώρα; Ν' απαντήσουμε στο γράμμα; Να τους γράψουμε πως δε θέλουμε να...»

Με το ένα του μάτι, ο Χάρι μπορούσε να Βλέπει τα μαύρα και καλογυαλισμένα παπούτσια του θείου Βέρνον καθώς πηγαινοερχονταν πάνω κάτω στην κουζίνα.

«Όχι», είπε τέλος. «Όχι, θ' αγνοήσουμε αυτό το γράμμα. Αν δεν πάρουν απάντηση... Ναι, αυτό είναι το καλύτερο... Δε θα κάνουμε τίποτα!...»

«Μα...»

«Δε θέλω κάποιον από αυτούς μέσα στο σπίτι μου, Πετούνια! Δεν ορκιστήκαμε, όταν τον πήραμε στο σπίτι, πως δε θ' ανεχόμαστε καμιά απ' αυτές τις επικίνδυνες ανοησίες;»

Το ίδιο Βράδυ, όταν γύρισε σπίτι απ' τη δουλειά του, ο θείος Βέρνον έκανε κάτι που δεν είχε ξανακάνει ποτέ: πήγε να 6ρει τον Χάρι στην αποθήκη του!

«Πού είναι το γράμμα μου;» ρώτησε αμέσως ο Χάρι. «Ποιος μου έγραψε;»

«Κανείς. Το έστειλαν σε σένα κατά λάθος», αποκρίθηκε απότομα ο θείος Βέρνον. «Κι έκαψα το γράμμα».

«Ο αποστολέας δεν έκανε λάθος!» φώναξε θυμωμένος ο Χάρι. «Αφού έγραφε και την αποθήκη κάτω απ' τη σκάλα».

«Σιωπή!» φώναξε δυνατά ο θείος Βέρνον, αλλά τόσο δυνατά, που μια δυο αράχνες έπεσαν απ' το ταβάνι. Μετά πήρε μερικές βαθιές ανάσες και μισάνοιξε τα χείλη του σ' ένα χαμόγελο που δεν έδειχνε καθόλου πειστικό.

«Α... ναι... Χάρι... γι' αυτή την αποθήκη...» είπε. «Η θεία σου κι εγώ σκεφθήκαμε πως... νομίζουμε δηλαδή πως θα ήταν καλύτερα για σένα, αν μετακόμιζες στο δεύτερο δωμάτιο του Ντάντλι...»

«Γιατί;» ρώτησε ο Χάρι.

«Μην κάνεις ερωτήσεις!» απάντησε κοφτά ο θείος Βέρνον. «Και πήγαινε τα πράγματα σου επάνω τώρα αμέσως!»

Η μονοκατοικία των Ντάρσλι είχε τέσσερις κρεβατοκάμαρες: μία για το θείο Βέρνον και τη θεία Πετούνια, μία γιο τους επισκέπτες (συνήθως την αδελφή του θείου Βέρνον, τη Μαρτζ), μία για να κοιμάται ο Ντάντλι και μία για να βάζει τα παιχνίδια του κι όλα τ' άλλα προσωπικά του αντικείμενα ποι δε χωρούσαν στην πρώτη του κρεβατοκάμαρα. Στον Χάρι, όμως, δε χρειάστηκε παρά μονάχα μία διαδρομή ως το επάνω πάτωμα, για να μεταφέρει όλα του τα προσωπικά αντικείμενα από την αποθήκη στο καινούριο του δωμάτιο. Μετά κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και κοίταξε γύρω του. Σχεδόν όλα όσα βρίσκονταν εκεί μέσα ήταν σπασμένα. Η σπασμένη βιντεοκάμερα του περασμένου μήνα ήταν πεταγμένη επάνω σ' ένα μικρό ηλεκτρικό τανκ, το οποίο ο Ντάντλι είχε κάποτε ρίξει επάνω στο σκυλί ενός γείτονα σκοτώνοντας το. Σε μια γωνιά ήταν η πρώτη συσκευή τηλεόρασης του Ντάντλι, την οποία είχε σπάσει με κλοτσιές, όταν ένα από τ' αγαπημένα του προγράμματα είχε αναβληθεί. Δίπλα βρισκόταν ένα άδειο κλουβί, κάποτε σπίτι ενός παπαγάλου, που ο Ντάντλι είχε ανταλλάξει στο σχολείο μ' ένα αεροβόλο όπλο. Τώρα ήταν παρατημένο στο διπλανό ράφι, γιατί ο Ντάντλι το είχε σπάσει όταν κάθισε μια φορά επάνω του αφηρημένος. Τα υπόλοιπα ράφια στο δωμάτιο ήταν γεμάτα βιβλία — τα μόνα αντικείμενα στο δωμάτιο που έδειχναν ανέγγιχτα!

Από το κάτω πάτωμα έφτασε στ' αφτιά του Χάρι η φωνή του Ντάντλι, που παραπονιόταν στη μητέρα του: «Μα αφού δεν τον θέλω εκεί! Το δωμάτιο μου χρειάζεται! Κάν' τον να φύγει...»

Ο Χάρι αναστέναξε και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ως χθες ακόμη, θα έδινε οτιδήποτε για να 'ρθει σ' αυτό το δωμάτιο. Σήμερα, όμως, θα προτιμούσε να βρίσκεται στην αποθήκη του με το γράμμα, παρά εδώ πάνω χωρίς αυτό.

Την άλλη μέρα, στη διάρκεια του πρωινού, όλοι ήταν σιωπηλοί. Ο Ντάντλι βρισκόταν σε κατάσταση σοκ: είχε φωνάξει, είχε κλάψει, είχε παρακαλέσει, είχε χτυπήσει τον πατέρα του με το μπαστούνι του καινούριου του σχολείου, είχε κάνει επίτηδες εμετό κι είχε πετάξει τη χελώνα του στον κήπο, αλλά δεν είχε καταφέρει να βγάλει τον Χάρι απ' το καινούριο του δωμάτιο. Ο Χάρι δε μιλούσε, γιατί ήταν θυμωμένος με τον εαυτό του, για το πόσο ανόητα είχε φερθεί χθες το πρωί. Επρεπε να είχε ανοίξει το γράμμα του στο χολ! Όσο για το θείο Βέρνον και τη θεία Πετούνια, δε μιλούσαν κι αυτοί, αλλά κάθε τόσο κοίταζαν ο ένας τον άλλο με νόημα.

Όταν ήρθε το ταχυδρομείο, ο θείος Βέρνον, που έκανε πλέον φανερή προσπάθεια να φερθεί καλά στον Χάρι, ανάγκασε τον Ντάντλι να πάει και να του το φέρει. Όλοι τον άκουσαν να χτυπά το μπαστούνι του στον τοίχο, καθώς διέσχιζε το χολ. Μετά ο Ντάντλι φώναξε: «Ήρθε άλλο ένα γράμμα γι' αυτόν! Κύριον Χάρι Πότερ, στη μικρότερη κρεβατοκάμαρα, οδός ΠριΒέτ τέσσερα...»

Πνίγοντας μια κραυγή, ο θείος Βέρνον πετάχτηκε από την καρέκλα του κι έτρεξε στο χολ. Ο Χάρι έτρεξε πίσω του. Ο θείος Βέρνον αναγκάστηκε να παλέψει με το γιο του για να του πάρει το γράμμα, κάτι που έγινε ακόμη δυσκολότερο, αφού ο Χάρι είχε σκαρφαλώσει στην πλάτη του και του έσφιγγε δυνατά το λαιμό. Μετά από μερικές στιγμές άνισης πάλης, όπου όλοι έφαγαν αρκετές μπαστουνιές, ο θείος Βέρνον ανασηκώθηκε λαχανιασμένος, με το γράμμα του Χάρι σφιγμένο στο ένα του χέρι.

«Πήγαινε στην αποθήκη... θέλω να πω, στο δωμάτιο σου!» φώναξε στον Χάρι. Κι εσύ, Ντάντλι... κάτσε ήσυχος...»

Μέσα στο καινούριο του δωμάτιο, ο Χάρι άρχισε να περπατά πάνω-κάτω και να σκέφτεται. Κάποιος φαινόταν να ξέρει πως είχε μετακομίσει από την αποθήκη και πως δεν είχε πάρει το πρώτο του γράμμα. Αυτό δεν μπορεί παρά να σημαίνει πως θα προσπαθούσε πάλι, έτσι; Κι αυτή τη φορά θα φρόντιζε να φτάσει το γράμμα του στα δικά του χέρια. Γιατί ο Χάρι είχε ένα σχέδιο. Την άλλη μέρα το πρωί το ξυπνητήρι χτύπησε στις έξι. Ο Χάρι το είχε ρυθμίσει στα κρυφά το προηγούμενο βράδυ· το σταμάτησε αμέσως και ντύθηκε χωρίς κανένα θόρυβο, γιατί δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να ξυπνήσει τους Ντάρσλι. Κατέβηκε τη σκάλα στις μύτες των ποδιών του, χωρίς ν' ανάψει κανένα φως.

Το σχέδιο του ήταν να βγει αθόρυβα έξω, να περιμένει τον ταχυδρόμο στη γωνία της οδού Πριβέτ και να πάρει από αυτόν όλα τα γράμματα για το σπίτι με τον αριθμό 4. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά καθώς διέσχιζε το σκοτεινό χολ προς την εξώπορτα.

«ΑΑΑΑΑΡΡΡΓΚ!»

Ο Χάρι πήδησε στον αέρα... Είχε πατήσει κάτι μεγάλο και μαλακό μπροστά στην πόρτα... κάτι ζωντανό!

Φώτα άναψαν αμέσως στο επάνω πάτωμα. O Χάρι είδε με φρίκη πως αυτό το μεγάλο και μαλακό κάτι ήταν το πρόσωπο του θείου του. Ο θείος Βέρνον, τυλιγμένος σ' έναν υπνόσακο, είχε κοιμηθεί κάτω, μπροστά στην εξώπορτα, ακριβώς για να εμποδίσει τον Χάρι να κάνει αυτό που σκόπευε να κάνει. Φυσικά άρχισε αμέσως να τον μαλώνει, φωνάζοντας δυνατά. Σταμάτησε μόνο για να του πει να πάει να ετοιμάσει το τσάι. Ο Χάρι πήγε με συρτά Βήματα στην κουζίνα. Ώσπου να ετοιμάσει το τσάι, το ταχυδρομείο είχε έρθει και τα γράμματα βρίσκονταν στα χέρια του θείου Βέρνον. Ανάμεσα τους ο Χάρι μπόρεσε να διακρίνει τρεις φακέλους στους οποίους η διεύθυνση ήταν γραμμένη με πράσινο μελάνι.

«Θέλω...» άρχισε να λέει, αλλά ο θείος Βέρνον έσκιζε κιόλας τα τρία γράμματα μπροστά στα μάτια του.

Εκείνη τη μέρα ο θείος Βέρνον δεν πήγε στη δουλειά του. Εμεινε σπίτι και κάρφωσε μια σανίδα μπροστά στο μικρό άνοιγμα της πόρτας απ' όπου έπεφταν τα γράμματα.

«Καταλαβαίνεις τώρα;» είπε στη θεία Πετούνια, με το στόμα του γεμάτο καρφιά. «Αν ο ταχυδρόμος δεν μπορεί να παραδώσει τα γράμματα, θα σταματήσει να τα φέρνει!»

«Δε νομίζω πως μ' αυτόν τον τρόπο θα πετύχεις κάτι, Βέρνον...»

«Άκου που σου λέω!» επέμεινε εκείνος. «Το μυαλό αυτών των τύπων δουλεύει περίεργα, όχι σαν το δικό σου και το δικό μου, Πετούνια...»

Κι ο θείος Βέρνον προσπάθησε να καρφώσει το τελευταίο καρφί με το κομμάτι του από το κέικ σοκολάτας που του είχε φέρει η θεία Πετούνια. Την Παρασκευή, όχι τρία, αλλά δώδεκα γράμματα ήρθαν για τον Χάρι. Όπως δεν μπορούσαν να περάσουν απ' το γραμματοκιβώτιο, κάποιος τα είχε γλιστρήσει κάτω από την πόρτα κι απ' τα πλαϊνά της και τα είχε ακόμη σπρώξει με το ζόρι από το μικρό παραθυράκι της τουαλέτας στο κάτω πάτωμα.

Ο θείος Βέρνον έμεινε και πάλι σπίτι. Αφού πρώτα έκαψε όλα τα γράμματα, στη συνέχεια πήρε σφυρί και καρφιά και κάρφωσε με σανίδες την πόρτα κι όλα τα παράθυρα του ισογείου, ώστε κανείς να μην μπορεί να βγαίνει από κει. Ήταν χλομός καθώς δούλευε, ενώ αναπηδούσε με τον παραμικρό θόρυβο. Το Σάββατο τα πράγματα άρχισαν να χειροτερεύουν. Είκοσι τέσσερα γράμματα για τον Χάρι είχαν τρυπώσει μέσα στο σπίτι, τυλιγμένα και κρυμμένα μέσα στη θήκη με τα είκοσι τέσσερα αβγά, την οποία ο παραξενεμένος γαλατάς έδωσε στη θεία Πετούνια απ' το μισάνοιχτο παράθυρο του σαλονιού. Κι ενώ ο θείος Βέρνον έκανε έξαλλα τηλεφωνήματα στο ταχυδρομείο και τη βιομηχανία γάλακτος προσπαθώντας να βρει κάποιον για να παραπονεθεί, η θεία Πετούνια έκανε τα γράμματα κιμά στην ηλεκτρική κρεατομηχανή της.

«Μα ποιος, διάολε, θέλει τόσο πολύ να σου μιλήσει;» ρώτησε ο Ντάντλι μ' απορία τον Χάρι.

Την Κυριακή το πρωί ο θείος Βέρνον κάθισε στο τραπέζι για πρωινό δείχνοντας χλομός και λίγο άρρωστος, αλλά ευχαριστημένος.

«Ο ταχυδρόμος δεν έρχεται τις Κυριακές», τους θύμισε χαμογελώντας ενώ άλειβε με μαρμελάδα την εφημερίδα του. «Δε θα 'χουμε γράμματα σήμερα...»

Την ίδια στιγμή κάτι έπεσε με ταχύτητα απ' την καμινάδα της κουζίνας και τον χτύπησε με δύναμη στο σβέρκο. Αμέσως άλλα τριάντα ή σαράντα γράμματα τινάχτηκαν στον αέρα μέσα απ' το τζάκι. Οι Ντάρσλι έσκυψαν για να προστατευθούν, αλλά ο Χάρι άρχισε να πηδά εδώ κι εκεί προσπαθώντας να πιάσει ένα.

«Έξω! Έξω!»

Ουρλιάζοντας ο θείος Βέρνον, άρπαξε τον Χάρι και τον πέταξε με δύναμη έξω στο χολ. Κι όταν, σχεδόν αμέσως, η θεία Πετούνια κι ο Ντάντλι βγήκαν τρέχοντας απ' την κουζίνα, ο θείος Βέρνον έκλεισε την πόρτα. Απ' έξω, όμως, όλοι μπορούσαν ν' ακούνε καθαρά τα γράμματα να πέφτουν και να χτυπούν με δύναμη στους τοίχους και στο πάτωμα.

«Ως εδώ!» είπε ο θείος Βέρνον, όταν βγήκε απ' την κουζίνα. Προσπαθούσε να μιλήσει ήρεμα, αλλά τραβούσε με μανία τρίχες απ' το μουστάκι του. «Σας θέλω όλους εδώ σε πέντε λεπτά, έτοιμους για ταξίδι! Πάρτε μαζί σας μόνο λίγα ρούχα. Και δε θέλω αντιρρήσεις!»

Έδειχνε μάλιστα τόσο άγριος με το μισό μουστάκι του να λείπει, που κανείς δεν τόλμησε να πει τίποτα. Δέκα λεπτά αργότερα είχαν όλοι περάσει με δυσκολία μέσα από τη μισοσφραγίσμένη πόρτα και βρίσκονταν καθισμένοι στο αυτοκίνητο, που έτρεχε προς την πιο κοντινή εθνική οδό. Στο πίσω κάθισμα ο Ντάντλι μυξόκλαιγε, γιατί ο πατέρας του του είχε δώσει μια σφαλιάρα επειδή τους καθυστερούσε, καθώς προσπαθούσε να βάλει την τηλεόραση, το Βίντεο και το κομπιούτερ του σ' έναν αθλητικό σάκο.

Η γρήγορη οδήγηση συνεχίστηκε για ώρες ολόκληρες. Ούτε καν η θεία Πετούνια τολμούσε να ρωτήσει πού πήγαιναν. Κάθε τόσο ο θείος Βέρνον έκανε μιαν απότομη στροφή κι άρχιζε να οδηγεί για λίγο στην αντίθετη πλευρά του δρόμου.

«Τώρα θα τους μπερδέψω... θα τους μπερδέψω για καλά...» έλεγε κάθε φορά που έκανε αυτή τη μανούβρα.

Όλη μέρα δε σταμάτησαν ούτε μια φορά για να πιουν ή να φάνε κάτι. Όταν άρχισε να σουρουπώνει, ο Ντάντλι ούρλιαζε στο πίσω κάθισμα. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε περάσει μια τόσο άσχημη μέρα. Πεινούσε, είχε χάσει πέντε απ' τα πιο αγαπημένα του προγράμματα στην τηλεόραση και δεν είχε ποτέ περάσει τόσο πολλές ώρες χωρίς να εξολοθρεύσει τουλάχιστον έναν εξωγήινο με το κομπιούτερ του.

Αργά το βράδυ ο θείος Βέρνον σταμάτησε, επιτέλους, στη μισοσκότεινη είσοδο ενός ξενοδοχείου, στα περίχωρα κάποιας μεγάλης πόλης. Ο Ντάντλι κι ο Χάρι μοιράστηκαν ένα δωμάτιο με δύο κρεβάτια, που είχαν υγρά και παγωμένα σεντόνια. Ο Ντάντλι αποκοιμήθηκε αμέσως κι άρχισε να ροχαλίζει, αλλά ο Χάρι έμεινε ξύπνιος, καθισμένος στο περβάζι του παραθύρου, να κοιτάζει κάτω τα φώτα των αμαξιών που περνούσαν και ν' αναρωτιέται... Την άλλη μέρα είχαν για πρωινό κορνφλέικς με παγωμένο γάλα και πολυκαιρισμένο τυρί με φρυγανιές. Προτού όμως τελειώσουν, η διευθύντρια του ξενοδοχείου πλησίασε το τραπέζι τους.

Τους έδειξε ένα φάκελο, όπου η διεύθυνση ήταν γραμμένη με πράσινο μελάνι. Κύριον Χάρι Πότερ

Δωμάτιο 17

Ξενοδοχείου «Ρεϊλβιου»

Κόκγουορθ

Ο Χάρι άπλωσε γρήγορα το χέρι του για ν' αρπάξει το γράμμα, αλλά ο θείος Βέρνον, ακόμη πιο γρήγορος, το έσπρωξε μακριά. Η ξενοδόχος τους κοιτούσε απορημένη. «Έχω καμιά εκατοστή από δαύτα στο γραφείο μου», είπε.

«Θα τα πάρω εγώ», είπε ο θείος Βέρνον και σηκώθηκε όρθιος για να την ακολουθήσει. «Δε θα ήταν καλύτερα να ξαναγυρίσουμε σπίτι μας, χρυσέ μου;» πρότεινε δειλά η θεία Πετούνια μερικές ώρες αργότερα. Ο θείος Βέρνον, όμως, δεν έδειξε καν να την άκουσε. Συνέχισε να οδηγεί αμίλητος. Όσο για το τι έψαχνε να Βρει, κανείς δεν μπορούσε να το μαντέψει. Κάποια στιγμή οδήγησε το αυτοκίνητο Βαθιά σ' ένα πυκνό δάσος, παρκάρισε, βγήκε έξω και κοίταξε γύρω μουρμουρίζοντας ακαταλαβίστικα λόγια στον εαυτό του. Μετά ξανακάθισε στο τιμόνι και ξεκίνησαν πάλι. Το ίδιο ακριβώς έκανε κι αργότερα, στη μέση ενός οργωμένου αγρού, αλλά και στην κορυφή ενός πολυώροφου γκαράζ.

«Ο μπαμπάς τρελάθηκε;» ρώτησε παθητικά ο Ντάντλι τη μητέρα του κατά το απογευματάκι — ο θείος Βέρνον είχε παρκάρει σε μιαν ακρογιαλιά, τους είχε κλειδώσει μέσα στο αυτοκίνητο κι είχε εξαφανισθεί.

Σε λίγο άρχισε να βρέχει. Μεγάλες σταγόνες έπεφταν με δύναμη στη σκεπή του αμαξιού κι ο Ντάντλι άρχισε να μυξοκλαίει.

«Είναι Δευτέρα», είπε ο Ντάντλι στη μητέρα του. «Ο Μεγάλος Ουμπέρτο, ο ταχυδακτυλουργός, έχει πρόγραμμα απόψε. Θέλω να μείνουμε κάπου που να έχει τηλεόραση!»

Δευτέρα. Αυτό έκανε τον Χάρι να θυμηθεί κάτι. Αν σήμερα ήταν Δευτέρα —και συνήθως ο Ντάντλι ήξερε καλά τις ημέρες, εξαιτίας των προγραμμάτων στην τηλεόραση— τότε αύριο, Τρίτη, ο Χάρι έκλεινε τα έντεκα. Βέβαια, συνήθως, τα γενέθλια του κάθε άλλο παρά ευχάριστα ήταν. Πέρυσι οι Ντάρσλι του είχαν κάνει δώρο μια κρεμάστρα κι ένα ζευγάρι παλιές κάλτσες του Ντάντλι. Και πάλι όμως... δεν ήταν και λίγο που συμπλήρωνε τα έντεκα του χρόνια...

Σε λίγο ο θείος Βέρνον ξαναγύρισε χαμογελώντας. Στα χέρια του κρατούσε ένα μακρύ και λεπτό πακέτο. Όταν η θεία Πετούνια τον ρώτησε τι είχε αγοράσει, δεν απάντησε.

«Βρήκα το καλύτερο μέρος!» τους είπε. «Εμπρός, όλοι εςω!»

Έκανε μεγάλη παγωνιά έξω απ' το αυτοκίνητο. Ο θείος Βέρνον τους έδειχνε με τεντωμένο το χέρι του κάτι που έμοιαζε με μεγάλο βράχο στ' ανοιχτά της θάλασσας. Στην κορυφή του βράχου ήταν χτισμένη η πιο άθλια καλύβα που μπορούσε κανείς να φανταστεί. Και για ένα πράγμα μπορούσαν να είναι όλοι βέβαιοι: εκεί δεν είχε τηλεόραση!

«Περιμένουν θύελλα απόψε!» είπε ευχαριστημένος ο θείος Βέρνον, τρίβοντας τα χέρια του. «Κι αυτός εδώ ο κύριος δέχθηκε πρόθυμα να μας δανείσει τη βάρκα του».

Ένας γέρος άντρας χωρίς δόντια τους πλησίασε με συρτά βήματα, δείχνοντας με το χέρι του μια παλιά ψαρόβαρκα λίγο πιο πέρα.

«Αγόρασα κιόλας μερικά τρόφιμα», είπε ο θείος Βέρνον. «Μπορούμε λοιπόν να ξεκινήσουμε αμέσως. Όλοι μέσα!»

Το κρύο μέσα στη Βάρκα ήταν ακόμη πιο δυνατό. Παγωμένες σταγόνες θαλασσινού νερού και Βροχής έκαναν τα πρόσωπα τους να τσούζουν, ενώ ο αέρας ολοένα και δυνάμωνε. Μετά από ένα διάστημα, που φάνηκε σ' όλους σαν ώρες ατέλειωτες, έφτασαν στο βράχο. Από εκεί ο θείος Βέρνον, γλιστρώντας και παραπατώντας, τους οδήγησε στην καλύβα.

Το εσωτερικό της ήταν κάτι περισσότερο από απαίσιο. Μύριζε έντονα φύκια και κουτσουλιές γλάρων. Ο παγωμένος αέρας έμπαινε από τις χαραμάδες των ξύλινων τοίχων και το τζάκι ήταν βρεμένο και άδειο από ξύλα. Η καλύβα είχε μόνο δύο δωμάτια.

Ο θείος Βέρνον μοίρασε τρόφιμα- δηλαδή τι τρόφιμα, ένα σακουλάκι τσιπς και μια μπανάνα για τον καθένα. Αφού τα έφαγαν, ο θείος Βέρνον προσπάθησε ν' ανάψει φωτιά στο τζάκι με τις σακούλες από τα τσιπς, αλλά το λεπτό πλαστικό κάηκε βγάζοντας καπνό κι όχι φλόγα.

«Μακάρι να 'χαμε τώρα μερικά απ' αυτά τα γράμματα, έτσι;» είπε μετά χαμογελώντας.

Ο θείος Βέρνον ήταν τώρα καλοδιάθετος. Αυτό σήμαινε πως πίστευε ότι κανένας δε θα μπορούσε να τους πλησιάσει, και μάλιστα μ' αυτή την καταιγίδα, για να τους δώσει γράμματα. Ο Χάρι συμφωνούσε, αλλ' αυτό δεν του έδινε καμιά ευχαρίστηση.

Όσο σκοτείνιαζε, η καταιγίδα δυνάμωνε. Πιτσιλιές νερού από τα μεγάλα κύματα μούσκευαν τους τοίχους της καλύβας κι ένας δυνατός άνεμος έκανε τα βρόμικα τζάμια να τρίζουν. Η θεία Πετούνια βρήκε σε μια γωνιά δυο μουχλιασμένες κουβέρτες κι έφτιαξε ένα πρόχειρο κρεβάτι για τον Ντάντλι στον καναπέ του ενός δωματίου. Εκείνη κι ο θείος Βέρνον πήγαν να ξαπλώσουν στο διπλό κρεβάτι του άλλου δωματίου, αφήνοντας τον Χάρι να περάσει τη νύχτα του στο πάτωμα, σκεπασμένος μόνο με το παλτό του.

Η καταιγίδα δυνάμωσε κι άλλο στη διάρκεια της νύχτας κι ο Χάρι δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Έτρεμε από το κρύο και στριφογύριζε στο πάτωμα, προσπαθώντας μάταια να βρει μια βολική στάση, ενώ το στομάχι του γουργούριζε από την πείνα. Τα ροχαλητά του Ντάντλι καλύπτονταν από τους κεραυνούς, που γίνονταν όλο και πιο συχνοί όσο η νύχτα προχωρούσε. Ο φωτεινός δίσκος στο ρολόι του Ντάντλι, που φωσφόριζε καθώς το χοντρό μπράτσο του κρεμόταν έξω από την κουβέρτα, έδειχνε στον Χάρι πως η ώρα πλησίαζε έντεκα. Από την άβολη θέση του στο πάτωμα, ο Χάρι κοιτούσε το ρολόι, βλέποντας τη μέρα των γενεθλίων του να πλησιάζει, κι αναρωτιόταν: οι Ντάρσλι θα θυμούνταν, άραγε, πως αύριο έκλεινε τα έντεκα; Και πού να βρισκόταν τώρα αυτός που του έστελνε τα γράμματα;

Αλλα πέντε λεπτά ως τις δώδεκα. Ο Χάρι άκουσε κάτι από έξω να τρίζει. Ευχήθηκε να μην πέσει επάνω τους η σκεπή, γιατί τότε, εκείνος τουλάχιστον, θα κρύωνε ακόμη περισσότερο. Τέσσερα λεπτά ως τα μεσάνυχτα... Ίσως αυτή κιόλας τη στιγμή το σπίτι στην οδό Πριβέτ να ήταν τόσο γεμάτο από γράμματα, που, όταν γύριζαν εκεί, να κατάφερνε ν' αρπάξει ένα...

Τρία λεπτά ακόμη... Αυτός ο θόρυβος έξω, να ήταν άραγε η θάλασσα που χτυπούσε πάνω στο βράχο; Και (δυο λεπτά ακόμη...) τι ήταν αυτός ο περίεργος θόρυβος; Μήπως ο βράχος έσπαγε και βυθιζόταν στη θάλασσα;

Ένα λεπτό ακόμη... και μετά ο Χάρι θα γινόταν έντεκα χρόνων! Τριάντα δευτερόλεπτα... είκοσι... δέκα... εννιά... ίσως άξιζε τον κόπο να ξυπνήσει τον Ντάντλι, μόνο και μόνο για να τον νευριάσει... τρία... δύο... ένα...

ΜΠΟΥΜ!

Ολόκληρη η καλύβα κουνήθηκε δυνατά κι ο Χάρι ανακάθισε τρομαγμένος, με το Βλέμμα του στηλωμένο στην πόρτα. Κάποιος βρισκόταν απ' έξω και χτυπούσε για να μπει μέσα.

Загрузка...