ΑΥΤΗ η τραγική βραδιά ήταν κακή για όλο τον κόσμο. Η Καρλότα αρρώστησε. Όσο για την Κριστίν Ντααέ, μετά την παράσταση εξαφανίστηκε. Δεκαπέντε μέρες πέρασαν χωρίς να εμφανιστεί πουθενά.
Δεν πρέπει πάντως να συνδέσουμε αυτήν την πρώτη εξαφάνιση, που άλλωστε δεν προκάλεσε κανένα σκάνδαλο, με την περίφημη απαγωγή που έμελλε να γίνει λίγο αργότερα, κάτω από μυστηριώδεις και τραγικές συνθήκες.
Φυσικά, ο Ραούλ ήταν ο πρώτος που αντιλήφτηκε την εξαφάνιση της ντίβας. Της είχε γράψει στη διεύθυνση της κυρίας Βαλέριους και δεν πήρε καμιά απάντηση. Στην αρχή, γνωρίζοντας την ψυχική της κατάσταση και την απόφαση που είχε πάρει να διακόψει κάθε επαφή μαζί του, δεν είχε ξαφνιαστεί, άσχετα αν δεν μπορούσε να καταλάβει τους λόγους αυτής της απόφασης.
Ο πόνος του ολοένα και μεγάλωνε, και τελικά, καθώς δεν έβλεπε την καλλιτέχνιδα σε κανένα πρόγραμμα, άρχισε ν' ανησυχεί. Ανέβασαν τον Φάουστ χωρίς αυτήν. Ένα απόγευμα, κατά τις πέντε, πήγε στη διεύθυνση της Όπερας για να μάθει τους λόγους της εξαφάνισης της Κριστίν Ντααέ. Βρήκε τους δυο διευθυντές φοβερά ανήσυχους. Είχαν γίνει αγνώριστοι· ακόμη κι ot φίλοι τους δεν τους αναγνώριζαν πια: είχαν χάσει κάθε χαρά και διάθεση γι' αστεία. Τους έβλεπε κανείς να περιφέρονται στο θέατρο με το κεφάλι κατεβασμένο, το μέτωπο συνοφρυωμένο, τα μάγουλα χλομά λες και κάποια φριχτή σκέψη τους καταδίωκε, κάποια φοβερή μοίρα τους κατάτρεχε.
Βέβαια, η πτώση του πολυέλαιου είχε επισύρει φοβερές ευθύνες πάνω τους, ήταν, ωστόσο, δύσκολο ν' ακούσει κανείς τους κυρίους διευθυντές να μιλάνε γι' αυτό.
Η έρευνα κατάληξε πως επρόκειτο για ατύχημα που οφειλόταν στη φθορά κάποιου υποστηρίγματος. Παρ' όλ' αυτά, ήταν καθήκον των παλιών διευθυντών, καθώς και των νέων, να έχουν ελέγξει τον πολυέλαιο και ν' αντικαταστήσουν οποιαδήποτε φθορά που μπορούσε να είναι καταστροφική.
Πρέπει ακόμη να πω, πως εκείνη την εποχή, οι κύριοι Ρισάρ και Μονσαρμέν έμοιαζαν τόσο αλλαγμένοι, τόσο μακρινοί… τόσο μυστηριώδεις… τόσο ακατανόητοι, που πολλά μέλη σκέφτηκαν ότι κάποιο άλλο γεγονός, πολύ σοβαρότερο από την πτώση του πολυέλαιου, είχε αλλάξει τη διάθεση των διευθυντών.
Στις καθημερινές τους σχέσεις κι επαφές, ήταν πάντα πολύ ανυπόμονοι, εκτός από τις φορές που μιλούσαν με τη μαντάμ Ζιρί, η οποία είχε επαναπροσληφθεί. Μπορείτε να φανταστείτε το πώς υποδέχτηκαν τον υποκόμη ντε Σανιύ, όταν ήρθε να μάθει νέα για την Κριστίν. Περιορίστηκαν στο να του πουν πως είχε πάρει άδεια. Αυτός ρώτησε πόσο θα διαρκούσε η άδεια. Του απάντησαν, αρκετά στεγνά, πως επρόκειτο για άδεια απεριόριστου χρόνου και πως η ίδια η Κριστίν Ντααέ την είχε ζητήσει, για λόγους υγείας.
«Είναι λοιπόν άρρωστη!» φώναξε. «Τι έχει;»
«Δεν ξέρουμε τίποτα!»
«Μα, δεν της στείλατε το γιατρό του θεάτρου;»
«Όχι! δεν τον ζήτησε και καθώς της έχουμε εμπιστοσύνη, πιστέψαμε αυτά που μας είπε».
Τούτη η ιστορία δε φάνηκε πολύ φυσιολογική στον Ραούλ, που έφυγε από την Όπερα πλημμυρισμένος με μαύρες σκέψεις. Αποφάσισε πως ό,τι κι αν συνέβαινε, θα πήγαινε να μάθει νέα της από την κυρία Βαλέριους. Βέβαια, θυμόταν πολύ καλά με πόσο απόλυτο τρόπο η Κριστίν του είχε απαγορέψει να κάνει οποιαδήποτε προσπάθεια να την ξαναδεί. Αυτά όμως που είχε δει στο Περός, αυτά που είχε ακούσει πίσω από την πόρτα του καμαρινιού της, η συζήτηση που είχε κάνει με την Κριστίν στην άκρη του ξέφωτου, τον έκανε να διαισθάνεται κάποια συνωμοσία, που έστω κι αν ήταν διαβολική εξακολουθούσε να έχει την ανθρώπινη πλευρά της. Η ερεθισμένη φαντασία της νέας κοπέλας, η τρυφερή κι εύπιστη ψυχή της, η πρωτόγονη διαπαιδαγώγηση που είχε διαποτίσει την παιδική της ηλικία με θρύλους, η ασταμάτητη θύμηση του νεκρού της πατέρα και πάνω απ' όλα η θεία έκσταση στην οποία τη βύθιζε η μουσική, ιδιαίτερα όταν την άκουγε κάτω από ορισμένες εξαιρετικές συνθήκες — μήπως δεν είχε παρακολουθήσει με τα ίδια του τα μάτια τη σκηνή στο νεκροταφείο; — όλ' αυτά του φαίνονταν πως αποτελούσαν πρόσφορο έδαφος για τις διαβολικές «επιχειρήσεις» κάποιου μυστηριώδους και χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς προσώπου. Ποιανού θύμα ήταν η Κριστίν Ντααέ; Να ποιο ερώτημα βασάνιζε τον Ραούλ, καθώς πήγαινε βιαστικά στην κυρία Βαλέριους.
Πρέπει να πάρουμε υπόψη μας πως ο υποκόμης ήταν ένα από τα πιο υγιή μυαλά. Βέβαια, ήταν ποιητής, αγαπούσε τη μουσική, ήταν μεγάλος θαυμαστής των παλιών θρύλων της Βρετάνης με τα ξωτικά που χορεύουν και, πάνω απ' όλα, ήταν ερωτευμένος μ' αυτή τη μικρή νεράιδα του Βορρά, την Κριστίν. Όλ' αυτά πάντως, δεν τον εμπόδιζαν να εξακολουθεί να μην πιστεύει σε υπερφυσικά πράγματα, (με εξαίρεση ό,τι αφορά τη θρησκεία) κι ακόμη και η πιο φανταστική ιστορία του κόσμου δεν ήταν ικανή να τον κάνει να ξεχάσει πως δύο και δύο κάνουν τέσσερα.
Τι θα μάθαινε από τη μαντάμ Βαλέριους; Έτρεμε καθώς χτυπούσε το κουδούνι ενός μικρού διαμερίσματος της οδού Νοτρ Νταμ ντε Βικτουάρ.
Του άνοιξε η καμαριέρα που ήταν εκείνη την ημέρα στο καμαρίνι της Κριστίν. Τη ρώτησε αν μπορούσε να δει την κυρία Βαλέριους. Του απάντησε πως ήταν άρρωστη στο κρεβάτι και πως δεν ήταν σε θέση να τον δεχτεί.
«Δώστε της την κάρτα μου, παρακαλώ», είπε.
Δεν περίμενε πολύ. Η καμαριέρα επέστρεψε και τον οδήγησε σ' ένα μικρό σαλόνι, αρκετά σκοτεινό και στοιχειωδώς επιπλωμένο. Στον τοίχο, κρεμασμένα το ένα δίπλα στ' άλλο βρίσκονταν τα πορτρέτα του καθηγητή Βαλέριους και του πατέρα — Ντααέ.
«Η κυρία ζητά συγνώμη από τον κύριο υποκόμη», είπε η υπηρέτρια. «Μόνο σ' αυτό το δωμάτιο μπορεί να σας δεχτεί, γιατί δυστυχώς τα πόδια της δεν τη βοηθούν πια».
Πέντε λεπτά αργότερα ο Ραούλ έμπαινε σ' ένα σχεδόν σκοτεινό δωμάτιο. Μέσα στο μισοσκόταδο, πάνω στο κρεβάτι είδε τη μορφή της ευεργέτιδας της Κριστίν. Τα μαλλιά της μαμά- Βαλέριους τώρα πια ήταν εντελώς λευκά· τα μάτια της όμως δεν είχαν γεράσει: αντίθετα, ποτέ το βλέμμα της δεν ήταν τόσο φωτεινό, τόσο αγνό, τόσο παιδικό.
«Κύριε ντε Σανιύ!» είπε χαρούμενα, απλώνοντας τα χέρια της προς τον επισκέπτη… «Α! ο καλός Θεός σάς στέλνει!… Θα μπορέσουμε να μιλήσουμε γι' αυτήν».
Τούτη η τελευταία φράση αντήχησε πένθιμα στ' αφτιά του νέου άντρα. Αμέσως ρώτησε:
«Κυρία… πού είναι η Κριστίν;»
Η γηραιά κυρία του απάντησε ήσυχα:
«Μα, είναι με το καλό της Πνεύμα!»
«Ποιο καλό πνεύμα;» φώναξε ο καημένος ο Ραούλ. «Τον Άγγελο της μουσικής!»
Ο υποκόμης ντε Σανιύ, έκπληκτος, σωριάστηκε σε μια καρέκλα. Ώστε στ' αλήθεια η Κριστίν βρισκόταν με τον Άγγελο της μουσικής! Και η μαμά — Βαλέριους, στο κρεβάτι της, του χαμογελούσε κι ακουμπούσε το δάχτυλό της στο στόμα κάνοντάς του νόημα να σωπάσει. Πρόσθεσε:
«Δεν πρέπει να το πείτε σε κανέναν!»
«Μπορείτε να μου έχετε απόλυτη εμπιστοσύνη!» απάντησε ο Ραούλ, χωρίς να καταλαβαίνει πολύ καλά τι λέει, γιατί οι σκέψεις του για την Κριστίν, που ήδη ήταν συγκεχυμένες, μπερδεύονταν ολοένα και περισσότερο. Του φάνηκε πως όλα γύριζαν γύρω του, γύρω απ' το δωμάτιο, γύρω απ' αυτήν την καταπληκτική γενναία γυναίκα με τ' άσπρα μαλλιά, με τα γαλανά σαν τον ουρανό μάτια, με τα μάτια που 'χαν το χρώμα του άδειου ουρανού… «Μπορείτε να μου έχετε απόλυτη εμπιστοσύνη…»
«Το ξέρω! Το ξέρω!» είπε εκείνη γελώντας χαρούμενα. «Δώστε μου τα χέρια σας, όπως και τότε που ερχόσασταν να μου διηγηθείτε την ιστορία της μικρής Λότε που σας είχε πει ο πατέρας — Ντααέ. Σας αγαπώ πολύ, το ξέρετε, κύριε Ραούλ. Και η Κριστίν, κι αυτή σας αγαπά πολύ!»
«…Μ' αγαπά πολύ…» αναστέναξε ο νέος άντρας ο οποίος δυσκολευόταν να συγκεντρώσει τη σκέψη του που πλανιόταν γύρω από το πνεύμα της μαμά — Βαλέριους, γύρω από τον άγγελο που γι' αυτόν του είχε μιλήσει με τόσο παράξενο τρόπο και η Κριστίν, γύρω από τη νεκροκεφαλή, που είχε μισοδεί σαν μέσα σ' εφιάλτη πάνω στα σκαλιά του οστεοφυλάκιου του Περός και τέλος γύρω απ' το φάντασμα, της Όπερας, που η φήμη του είχε φτάσει ως αυτόν. Μια βραδιά, που είχε καθυστερήσει, άκουσε στο πλατό μερικούς τεχνικούς που μιλούσαν για τη νεκρική μορφή που είχε δει ο Ζοζέφ Μπικέ πριν κρεμαστεί…
Ρώτησε χαμηλόφωνα:
«Τι είναι αυτό, κυρία μου, που σας κάνει να πιστεύετε πως η Κριστίν μ' αγαπά πολύ;»
«Κάθε μέρα μου μιλούσε για σας!»
«Αλήθεια;… Και τι σας έλεγε;»
«Πως της εξομογηθήκατε τον έρωτά σας!…» είπε η καλή γυναίκα και ξέσπασε σε γέλια φανερώνοντας τα ωραία της δόντια. Ο Ραούλ σηκώθηκε κατακόκκινος, υποφέροντας φριχτά.
«Μα, πού πάτε; Καθήστε κάτω σας παρακαλώ… Νομίζετε πως μπορείτε να φύγετε έτσι;… Στο κάτω κάτω… Δεν ξέρατε… Είσαστε νέος… και νομίσατε πως η Κριστίν ήταν ελεύθερη…»
«Η Κριστίν είναι αρραβωνιασμένη;» ρώτησε με αδύναμη φωνή ο δυστυχισμένος ο Ραούλ.
«Μα, όχι! όχι!… Ξέρετε καλά πως η Κριστίν, ακόμα κι αν το 'θελε δε θα μπορούσε να παντρευτεί!…»
«Γιατί δεν μπορεί να παντρευτεί;»
«Μα, εξαιτίας του πνεύματος της μουσικής!…»
«Ξανά…»
«Ναι, της το απαγορεύει!… Το πνεύμα της μουσικής της απαγορεύει να παντρευτεί!…»
Ο Ραούλ είχε σκύψει πάνω από τη μαμά — Βαλέριους με μισάνοιχτο το στόμα, έτοιμος λες να την δαγκώσει. Του ερχόταν να την κατασπαράξει· την κοιτούσε μ' αγριεμένα μάτια. Υπάρχουν στιγμές που η μεγάλη πνευματική αθωότητα μοιάζει τερατώδης, γίνεται το πιο μισητό πράγμα στον κόσμο. Ο Ραούλ έβρισκε πως η κυρία Βαλέριους ήταν ανεπίτρεπτα αθώα.
Η μαμά — Βαλέριους δεν είχε καμιά αμφιβολία για το τι σήμαινε το φριχτό βλέμμα που βάρενε πάνω της. Προσπάθησε να πάρει ένα όσο το δυνατό πιο φυσικό ύφος:
«Ω! της απαγορεύει… χωρίς να της το λέει… Απλά, της λέει πως αν παντρευτεί δε θα το ξανακούσει ποτέ πιά! Αυτό είναι όλο!… και πως θα φύγει για πάντα!… Καταλαβαίνετε λοιπόν, δε θέλει ν' αφήσει το πνεύμα της μουσικής να φύγει! Είναι κάτι πολύ φυσικό νομίζω».
«Ναι, ναι», βιάστηκε να συμφωνήσει με μιαν ανάσα ο Ραούλ, «είναι πολύ φυσικό».
«Νόμιζα πως η Κριστίν σας είχε μιλήσει για όλ' αυτά, τότε στο Περός όπου είχε πάει να συναντήσει το “καλό της πνεύμα”».
«Α! Ώστε λοιπόν γι' αυτό είχε πάει στο Περός;»
«Ναι. Δηλαδή αυτός είχε κανονίσει να συναντηθούν εκεί κάτω, στο νεκροταφείο του Περός, πάνω απ' τον τάφο του πατέρα της! Της είχε υποσχεθεί να παίξει την Ανάσταση του Λαζάρου με το βιολί του πατέρα της!»
Ο Ραούλ ντε Σανιύ σηκώθηκε όρθιος και πρόφερε τις ακόλουθες αποφασιστικές λέξεις με πολύ μεγάλη σοβαρότητα:
«Κυρία μου, μπορείτε μήπως να μου πείτε πού μένει αυτό το πνεύμα;»
Η καλή γυναίκα δε φάνηκε να ξαφνιάζεται μ' αυτήν την αδιάκριτη ερώτηση. Σήκωσε τα μάτια και απάντησε:
«Στον ουρανό!»
Τόση αφέλεια τον έκανε να τα χάσει εντελώς. Μια τόσο απλοϊκή κι απόλυτη πίστη σ' ένα πνεύμα, που υποτίθεται πως κατέβαινε κάθε μέρα απ' τον ουρανό για να επισκεφθεί τα καμαρίνια των τραγουδιστριών της Όπερας, τον έκανε να αισθάνεται εντελώς ηλίθιος.
Τώρα άρχιζε να καταλαβαίνει σε ποια ψυχική κατάσταση μπορεί να βρεθεί μια κοπέλα που έχει μεγαλώσει ανάμεσα σ' έναν προληπτικό βιολιστή των πανηγυριών και μια «φωτισμένη» καλή γυναίκα κι ανατρίχιασε αναλογιζόμενος τις συνέπειες.
«Η Κριστίν εξακολουθεί να είναι μια τίμια κοπέλα, έτσι δεν είναι;» δεν μπόρεσε ν' αποφύγει αυτήν την ερώτηση.
«Μα και βέβαια! Μπορώ να πάρω όρκο γι' αυτό!» δήλωσε η ηλικιωμένη γυναίκα, που αυτή η ερώτηση τη σόκαρε πολύ… «κι αν αμφιβάλλετε γι' αυτό κύριε… τότε δεν καταλαβαίνω τι ήρθατε να κάνετε εδώ!…»
Ο Ραούλ κόντευε να διαλύσει τα γάντια του.
«Πόσον καιρό γνωρίζει αυτό το “πνεύμα”;»
«Τρεις μήνες περίπου!… Ναι, πρέπει να 'χουν περάσει τρεις μήνες από τότε που άρχισε να της κάνει μαθήματα!»
Ο υποκόμης άπλωσε τα χέρια του κάνοντας μια τεράστια απελπισμένη κίνηση κι εξαντλημένος τ' άφησε να ξαναπέσουν.
«Το πνεύμα της κάνει μαθήματα!… Και πού;»
«Τώρα που έχει φύγει μαζί του, δεν ξέρω πού έχουν πάει. Πριν δεκαπέντε μέρες όμως αυτό γινόταν στο καμαρίνι της Κριστίν. Εδώ, σ' αυτό το μικρό διαμέρισμα, θα ήταν αδύνατο. Θα τους άκουγε όλο το κτίριο. Ενώ στην Όπερα, στις οχτώ το πρωί, δεν υπάρχει κανείς. Κανείς δεν τους ενοχλεί!… Καταλαβαίνετε;…»
«Καταλαβαίνω! καταλαβαίνω!» είπε ο υποκόμης που βιάστηκε να ζητήσει την άδεια ν' αποχωρήσει, ενώ η ηλικιωμένη κυρία αναρωτήθηκε μήπως δεν ήταν και τόσο στα καλά του.
Διασχίζοντας το σαλόνι ο Ραούλ ξαναβρέθηκε μπρος στην υπηρέτρια και, για μια στιγμή, πήγε να τη ρωτήσει κάτι· όμως, του φάνηκε πως διάκρινε στα χείλη της ένα χαμόγελο. Σκέφτηκε πως τον κορόιδευε και το 'βαλε στα πόδια. Άλλωστε, μήπως δεν ήξερε κιόλας αρκετά;… Ήθελε να μάθει νέα για την Κριστίν. Έμαθε. Τι παραπάνω ήθελε;… Επέστρεψε στο σπίτι του αδελφού του με τα πόδια· η κατάσταση του ήταν αξιοθρήνητη…
Ήθελε ν' αυτοτιμωρηθεί, να χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο! Να 'χει πιστέψει σε τόση αθωότητα, σε τόση αγνότητα! Για μια στιγμή, είχε πραγματικά προσπαθήσει να τα εξηγήσει όλα με την αφέλεια, την πνευματική απλοϊκότητα, την ακηλίδωτη αγνότητα! Το πνεύμα της μουσικής! Τώρα τον ήξερε! Τον έβλεπε! Σίγουρα θα επρόκειτο για κάποιον φριχτό τενόρο, κάποιο ωραίο αγόρι που τραγουδούσε με το στόμα στην καρδιά! Αισθανόταν απίστευτα γελοίος κι απίστευτα δυστυχισμένος! Α! ο καημένος ο μικρός. Τι ασήμαντο και εκμηδενισμένο ον που ήταν ο υποκόμης ντε Σανιύ! σκεφτόταν θυμωμένος ο Ραούλ. Κι αυτή, ένα τόσο σατανικά πλασμένο θρασύ πλάσμα!
Πάντως, αυτή η περιπλάνηση στους δρόμους του 'κανε καλό, του φρέσκαρε λίγο τα μυαλά. Όταν μπήκε στο δωμάτιό του δεν είχε άλλο στο νου από το να πέσει το γρηγορότερο στο κρεβάτι του να πνίξει τ' αναφυλλητά του. Όμως, ήταν εκεί ο αδελφός του και ο Ραούλ χώθηκε στην αγκαλιά του σαν μωρό. Ο κόμης τον παρηγόρησε πατρικά, χωρίς να του ζητήσει εξηγήσεις. Εξάλλου, ο Ραούλ μάλλον δε θα 'θελε να του πει την ιστορία με το πνεύμα της μουσικής. Αν υπάρχουν πράγματα για τα οποία δεν υπερηφανεύεται κανείς, άλλο τόσο υπάρχουν πράγματα για τα οποία είναι πολύ ταπεινωτικό να παραπονεθεί κανείς.
Ο κόμης πήρε μαζί του τον Ραούλ στο καμπαρέ, για φαγητό. Με μια τόσο πρόσφατη απογοήτευση, το πιθανότερο ήταν ο Ραούλ ν' αρνηθεί κάθε πρόσκληση· ο κόμης όμως του είπε πως το προηγούμενο βράδυ, η κυρά των λογισμών του είχε θεαθεί σε μιαν αλέα του δάσους μ' ευχάριστη συντροφιά. Στην αρχή, ο υποκόμης δεν ήθελε να πιστέψει κάτι τέτοιο. Μα, τελικά, αυτή η ιστορία δεν ήταν φοβερά συνηθισμένη; Την είχαν δει μέσα σε μια άμαξα. Έμοιαζε ν' απολαμβάνει τον παγωμένο αέρα της νύχτας. Το σεληνόφωτο ήταν υπέροχο και την είχαν δει ξεκάθαρα. Όσο για το συνοδό της δεν μπόρεσαν να τον διακρίνουν καθαρά. Είδαν μόνο μια συγκεχυμένη φιγούρα μέσ' στη σκιά. Η άμαξα προχωρούσε αργά μέσα σε μια έρημη αλέα, πίσω από το Λονγκσάμπ.
Ο Ραούλ, ξετρελαμένος ντύθηκε αμέσως, έτοιμος να ριχτεί στη μέθη της κραιπάλης για να ξεχάσει τον πόνο του. Δυστυχώς όμως, ήταν ένας θλιμμένος συνδαιτημόνας και άφησε πολύ νωρίς τον αδελφό του, για να βρεθεί μέσα σε μια άμαξα, στο δάσος, πίσω από το Λονγκσάμπ.
Το κρύο ήταν τσουχτερό. Ο δρόμος έρημος και πολύ καλά φωτισμένος από το φως του φεγγαριού. Είπε στον αμαξά να τον περιμένει σε μια μικρή αλέα πάρα πέρα και αφού κρύφτηκε όσο το δυνατόν καλύτερα, άρχισε να περιμένει χοροπηδώντας ανυπόμονα.
Δεν είχε περάσει πάνω από μισή ώρα που είχε αρχίσει να επιδίδεται σ' αυτήν την υγιεινή άσκηση, όταν ένα αμάξι που ερχόταν απ' το Παρίσι έστριψε στη γωνία του δρόμου και αργά αργά προχώρησε προς το μέρος του.
Αμέσως σκέφτηκε: Αυτή είναι! κι η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά, υπόκωφα, όπως και τότε που είχε ακούσει την αντρική φωνή στο καμαρίνι… Θεέ μου! Πόσο την αγαπούσε!
Η άμαξα εξακολουθούσε να προχωράει. Αυτός έμενε ακίνητος. Την περίμενε!… Αν ήταν αυτή, είχε αποφασίσει, ούτε λίγο ούτε πολύ, να ορμήσει πάνω στ' άλογα!… Ήθελε να εξηγηθεί με τον Άγγελο της μουσικής πάση θυσία!…
Λίγα μέτρα ακόμα και η άμαξα θα βρίσκεται δίπλα του. Ήταν σίγουρος πως ήταν αυτή!… Πραγματικά, απ' το παράθυρο έσκυβε μια γυναίκα.
Ξάφνου, το φεγγάρι σχημάτισε ένα απαλό φωτοστέφανο γύρω απ' το πρόσωπό της «Κριστίν!»
Τ' όνομα του έρωτα του γέμισε το στόμα του και την καρδιά του. Ήταν αδύνατον να συγκρατηθεί!… Πήδηξε για να την πιάσει· το άκουσμα του ονόματος της μέσ' στη νύχτα αντήχησε σαν το σινιάλο για μια αγριεμένη εφόρμηση. Το παράθυρο της άμαξας έκλεισε βιαστικά. Η μορφή της νέας γυναίκας εξαφανίστηκε. Και το αμάξι, που πίσω του έτρεχε, δεν ήταν πια παρά μια μαύρη κουκίδα στο βάθος του άσπρου δρόμου.
Φώναξε ξανά: «Κριστίν!…» Τίποτα δεν του απάντησε… Σταμάτησε, χαμένος μέσ' στη σιωπή.
Έριξε μιαν απελπισμένη ματιά στον ουρανό, στ' άστρα· χτύπησε με τη γροθιά του το φλογισμένο του στήθος. Αγαπούσε και δεν αγαπιόταν!
Με το βλέμμα σκοτεινό, κοίταξε σκεφτικός αυτόν τον εγκαταλειμμένο και παγερό δρόμο, τη χλομή και νεκρή νύχτα. Τίποτα δεν ήταν πιο παγερό, τίποτα δεν ήταν πιο νεκρό απ' την καρδιά του: είχε αγαπήσει έναν άγγελο και περιφρονούσε μια γυναίκα!
Ραούλ… πώς ξέρει να σε περιπαίζει αυτή η μικρή νεράιδα του Βορρά! Τι νόημα έχει τελικά να 'χει κανείς τόσο δροσερά μάγουλα, ένα μέτωπο τόσο ντροπαλό, έτοιμο πάντα να σκεπαστεί, από το λεπτό, κόκκινο πέπλο της σεμνότητας, όταν περνάει τη νύχτα, στο βάθος μιας πολυτελούς άμαξας, με τη συντροφιά ενός μυστηριώδη εραστή; Θα 'πρεπε να υπάρχουν απαραβίαστα όρια στην υποκρισία και το ψέμα;… Θα 'πρεπε να 'χει κανείς τα καθαρά μάτια της παιδικής αθωότητας όταν έχει καρδιά πόρνης;…Είχε περάσει δίχως ν' απαντήσει στο κάλεσμα του… Κι αυτός, γιατί είχε βρεθεί στο δρόμο της;
Με ποιο δικαίωμα την κατηγορούσε για την παρουσία της εκεί, τη στιγμή που το μόνο που ζητά εκείνη είναι να την ξεχάσει;
«Φύγε!… Εξαφανίσου!… Δεν είσαι τίποτα για μένα!…»
Ήθελε να πεθάνει κι ήταν μόνο είκοσι χρονών!… Το άλλο πρωί, ο υπηρέτης τον βρήκε στο κρεβάτι. Δεν είχε βγάλει τα ρούχα του και κείνος φοβήθηκε πως κάτι κακό του είχε συμβεί. Η όψη του ήταν φοβερή. Ο Ραούλ του άρπαξε απ' τα χέρια την αλληλογραφία. Είχε αναγνωρίσει ένα γράμμα, ένα χαρτί. Η Κριστίν του έγραφε:
Φίλε μου, να είστε μεθαύριο τα μεσάνυχτα, στο μπαλ μασκέ της Όπερας, στο μικρό σαλόνι που βρίσκεται πίσω από το τζάκι του μεγάλου φουαγιέ. Να βρίσκεστε όρθιος κοντά στην πόρτα που οδηγεί προς τη Ροτόντα. Μην αναφέρετε τίποτα, σε κανέναν, γι' αυτό το ραντεβού. Να φορέσετε ένα άσπρο ντόμινο. Νάστε μεταμφιεσμένος έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί να σας αναγνωρίσει. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.
Κριστίν.