17 ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΤΗΣ ΜΑΝΤΑΜ ΖΙΡΙ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΤΗΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΟΠΕΡΑΣ

ΠΡΙΝ ακολουθήσουμε τον αστυνόμο, κύριο Μιφρουά, στα γραφεία των κυρίων διευθυντών, ας μου επιτρέψει ο αναγνώστης να τον ενημερώσω για κάποια εξαιρετικά γεγονότα που συνέβησαν μέσα σ' αυτό το γραφείο, όπου μάταια ο κύριος Ρεμί, ο γραμματέας, και ο διαχειριστής Μερσιέ προσπάθησαν να μπουν και όπου οι κύριοι Ρισάρ και Μονσαρμέν είχαν ερμητικά κλειστεί, για κάποιο λόγο που ο αναγνώστης, προς το παρόν, αγνοεί και που επομένως θεωρώ ιστορικό μου καθήκον — θέλω να πω καθήκον μου ως ιστορικού — να του γνωστοποιήσω.

Είχα και νωρίτερα την ευκαιρία να σας πω το πόσο η διάθεση των κυρίων διευθυντών είχε αλλάξει, προς το χειρότερο, τον τελευταίο καιρό και νομίζω πως άφησα να εννοηθεί ότι αυτή η αλλαγή δεν οφειλόταν μόνο στην πτώση του πολυελαίου.

Ας πληροφορήσουμε λοιπόν τον αναγνώστη — παρά την επιθυμία των κυρίων διευθυντών που θα προτιμούσαν ένα τέτοιο γεγονός να μη μαθευτεί ποτέ — πως το Φάντασμα είχε καταφέρει ήσυχα ήσυχα να πάρει τις πρώτες είκοσι χιλιάδες φράγκα! Α! πόσα κλάματα και πόσα τριξίματα δοντιών προκάλεσε αυτό το γεγονός! Πάντως, το πράγμα συνέβη πάρα πολύ απλά:

Ένα πρωί, οι κύριοι διευθυντές βρήκαν πάνω στο γραφείο τους ένα φάκελο. Αυτός ο φάκελος έγραφε: Για τον κύριο Φ. τ. Ο. (προσωπικό) και συνοδευόταν από ένα μικρό σημείωμα του ίδιου του φαντάσματος: «Έφτασε η στιγμή να εκτελεστεί η συμφωνία που αναγράφεται στο καταστατικό: Θα βάλετε είκοσι χιλιάδες φράγκα μέσα σ' αυτόν το φάκελο που θα σφραγίσετε με την προσωπική σας σφραγίδα και θα τον δώσετε στη μαντάμ Ζιρί, η οποία θα ασχοληθεί με τα περαιτέρω».

Οι κύριοι διευθυντές δεν περίμεναν να τους το πει δεύτερη φορά. Χωρίς να χάσουν καιρό, και χωρίς ν' αναρωτηθούν ξανά πάνω στο πώς ήταν δυνατόν να συμβαίνουν αυτά τα περίεργα πράγματα μέσα σε τούτο το γραφείο που πάντα φρόντιζαν να κλειδώνουν, βρήκαν την ευκαιρία να βάλουν χέρι στο μυστηριώδη δάσκαλο του τραγουδιού. Αφού τα είπαν όλα στον Γκαμπριέλ και τον Μερσιέ, ξορκίζοντάς τους να μην πουν τίποτα, πουθενά, έβαλαν τα είκοσι χιλιάδες φράγκα στο φάκελο και χωρίς να ζητήσουν εξηγήσεις, τον παράδωσαν στη μαντάμ Ζιρί, η οποία, εν τω μεταξύ, είχε επαναπροσληφθεί. Η ταξιθέτρια δεν έδειξε την παραμικρή έκπληξη. Δε χρειάζεται βέβαια να σας πω πως βρισκόταν υπό συνεχή παρακολούθηση! Η μαντάμ Ζιρί πήγε αμέσως στο θεωρείο του φαντάσματος και άφησε τον πολύτιμο φάκελο πάνω στο τραπεζάκι. Οι δυο διευθυντές, μαζί με τον Γκαμπριέλ και τον Μερσιέ, είχαν κρυφτεί με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορούν να βλέπουν τι γίνεται με το φάκελο, σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, ακόμη και μετά την παράσταση. Ωστόσο, ούτε ο φάκελος κουνήθηκε απ' τη θέση του και επομένως ούτε αυτοί που τον παρακολουθούσαν. Το θέατρο άδειασε και η μαντάμ Ζιρί έφυγε, ενώ οι διευθυντές, ο Γκαμπριέλ και ο Μερσιέ εξακολουθούσαν νάναι κει. Τελικά, πήγαν και άνοιξαν το φάκελο, αφού πρώτα βεβαιώθηκαν πως οι σφραγίδες δεν είχαν πειραχτεί.

Με μια πρώτη ματιά, οι Ρισάρ και Μονσαρμέν διαπίστωσαν πως οι είκοσι χιλιάδες βρισκόντουσαν πάντα μέσα στο φάκελο· μετά όμως από μια προσεχτικότερη ματιά, είδαν πως δεν ήταν πια τα ίδια. Τα είκοσι χιλιάδες φράγκα είχαν εξαφανιστεί και στη θέση τους υπήρχαν είκοσι χιλιάδες φράγκα της «Αγίας Φάρσας»! Η πρώτη τους αντίδραση ήταν η οργή, μετά ο τρόμος!

«Αυτό ξεπερνάει και τον Ρομπέρ Χουντέν[4]!» φώναξε ο Γκαμπριέλ.

«Ναι, και κοστίζει πολύ πιο ακριβά!» είπε ο Ρισάρ.

Ο Μονσαρμέν ήθελε να πάνε να φωνάξουν την αστυνομία. Ο Ρισάρ διαφώνησε. Είχε το σχέδιο του. Είπε: «Μη γινόμαστε γελοίοι! Όλο το Παρίσι θα γελούσε μαζί μας. Το Φ. τ. Ο. κέρδισε τον πρώτο γύρο, θα τα πούμε τη δεύτερη φορά». Προφανώς σκεφτόταν το δεύτερο μισθό.

Πάντως, το φάντασμα τους την είχε «φέρει» τόσο ωραία, που για εβδομάδες ολόκληρες δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν την κατάθλιψή τους. Μα την πίστη μου, τους καταλαβαίνω απόλυτα. Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε γιατί δεν κάλεσαν την αστυνομία, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι κύριοι διευθυντές εξακολουθούσαν βαθιά μέσα τους να πιστεύουν ότι αυτή η τόσο παράξενη περιπέτεια δεν μπορούσε παρά να είναι μια αισχρή φάρσα, στημένη από τους προκατόχους τους και επομένως, καλύτερα θάταν να μην πουν τίποτα, σε κανέναν, προτού σιγουρευτούν για το τι ακριβώς συμβαίνει.

Από την άλλη, αυτή η σκέψη κατέρρεε μερικές φορές, από μια υποψία του Μονσαρμέν σχετικά με τον Ρισάρ τον ίδιο, ο οποίος, μερικές φορές, είχε κάτι τρελές ιδέες. Έτσι, έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο, περίμεναν τα συμβάντα, παρακολουθώντας οι ίδιοι, αλλά και βάζοντας κι άλλους να παρακολουθούν, τη μαντάμ Ζιρί, στην οποία ο Ρισάρ δεν ήθελε να πουν τίποτα.

«Αν είναι συνένοχη», έλεγε, «το 'χουμε χάσει το παιχνίδι. Κατά τη γνώμη μου όμως, δεν είναι παρά μια ανόητη!»

«Έχουν μπλεχτεί πολλοί ανόητοι σ' αυτήν την ιστορία!» σχολίασε ο Μονσαρμέν μ' ύφος απόμακρο.

«Ποιος θα μπορούσε ν' αμφιβάλλει γι' αυτό;…» αναστέναξε ο Ρισάρ… «όμως μη φοβάσαι… την επόμενη φορά θα 'χω πάρει τα μέτρα μου…»

Έτσι έφτασε και η επόμενη φορά… η επόμενη φορά που συνέπιπτε με την ημέρα της εξαφάνισης της Κριστίν Ντααέ.

Το πρωί κατάφτασε μια επιστολή του Φαντάσματος, που τους υπενθύμιζε τη λήξη της προθεσμίας. «Κάντε ότι κάνατε και την προηγούμενη φορά», συμβούλευε στοργικά το Φ.τ.Ο. «Την προηγούμενη φορά, όλα πήγαν πολύ χαλά. Δώστε ξανά το φάκελο με τις είκοσι χιλιάδες φράγκα σ' αυτήν την υπέροχη μαντάμ Ζιρί».

Το σημείωμα συνόδευε τον καθιερωμένο πια φάκελο. Δεν έμενε άλλο από το να γεμίσουν το φάκελο.

Αυτή η δουλειά έπρεπε να γίνει το ίδιο βράδυ, μισή ώρα πριν αρχίσει η παράσταση. Έτσι λοιπόν, μισή ώρα πριν σηκωθούν οι κουρτίνες για ν' αρχίσει αυτή η διαβόητη πλέον παράσταση του Φάουστ, εμείς θα εισχωρήσουμε στο διευθυντικό άντρο.

Ο Ρισάρ δείχνει το φάκελο στον Μονσαρμέν, μετά μετράει μπροστά του τις είκοσι χιλιάδες φράγκα και τα βάζει μέσα στο φάκελο, χωρίς όμως να τον κλείσει.

«Και τώρα», λέει, «φωνάξτε μου την κυρά Ζιρί».

Πήγαν να φωνάξουν τη γριά. Μπήκε, κάνοντας μια ωραία υπόκλιση. Η καλή κυρία φορούσε πάντα το φόρεμα της από μαύρο ταφτά, που το χρώμα του είχε αρχίσει να παίρνει τις αποχρώσεις της σκουριάς και του λιλά, και το καπέλο της με τα φτερά που 'χε το χρώμα της στάχτης. Έμοιαζε νάναι σε καλή διάθεση. Μόλις μπήκε τους είπε:

«Καλησπέρα σας, κύριοι! Σίγουρα με φωνάξατε για το φάκελο, έτσι δεν είναι;»

«Μάλιστα, μαντάμ Ζιρί», είπε ο Ρισάρ με πολύ φιλικό ύφος… «Σας καλέσαμε για το φάκελο… αλλά και για κάτι άλλο».

«Στη διάθεση σας, κύριε διευθυντά, στη διάθεσή σας!… Και, για τι άλλο πρόκειται, παρακαλώ;»

«Πρώτα απ' όλα, μαντάμ Ζιρί, θα 'θελα να σας κάνω μια μικρή ερώτηση».

«Ευχαρίστως, κύριε διευθυντά, σας ακούω… η κυρά Ζιρί είναι εδώ για να σας απαντήσει».

«Έχετε πάντα καλές σχέσεις με το φάντασμα;»

«Δε θα μπορούσαν να είναι καλύτερες, κύριε διευθυντά!»

«Α! μας ευχαριστεί πολύ αυτό… Πέστε μας λοιπόν, μαντάμ Ζιρί», είπε ο Ρισάρ παίρνοντας εξομολογητικό ύφος… «Τελικά, μεταξύ μας, μπορούμε να σας το πούμε… δεν είσαστε καμιά ανόητη».

«Μα, κύριε διευθυντά!…» φώναξε η ταξιθέτρια σταματώντας το χαριτωμένο κούνημα των δύο μαύρων φτερών του καπέλου της που 'χε το χρώμα της στάχτης, «μπορείτε να είσαστε βέβαιοι πως ποτέ κανείς δεν αμφέβαλλε γι' αυτό!»

«Συμφωνούμε και γι' αυτό πιστεύουμε πως μπορούμε να συνεννοηθούμε. Αυτή η ιστορία με το φάντασμα… πρόκειται για φάρσα, έτσι δεν είναι;… Ε… γι' αυτό… μεταξύ μας τώρα… δε νομίζετε πως κράτησε αρκετά;»

Η κυρία Ζιρί κοίταξε τους διευθυντές λες και της είχαν μιλήσει κινέζικα. Πλησίασε το γραφείο του Ρισάρ και πολύ ανήσυχη του είπε:

«Τι θέλετε να πείτε;… Δε σας καταλαβαίνω!»

«Α! μα νομίζω πως με καταλαβαίνετε πάρα πολύ καλά. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να μας καταλάβετε… Και πρώτ' απ' όλα πρέπει να μας πείτε τ' όνομά του».

«Ποιανού το όνομα;»

«Του συνενόχου σας, μαντάμ Ζιρί».

«Εγώ; Νομίζετε πως εγώ είμαι συνένοχη του φαντάσματος;… Συνένοχη σε τι;»

«Κάνετε ό,τι θέλει αυτός».

«Ω!… Δε ζητάει και πολλά ξέρετε».

«Και πάντα σας δίνει φιλοδώρημα!»

«Δεν έχω κανένα παράπονο, είν' η αλήθεια!»

«Πόσα σας δίνει για να του πάτε το φάκελο;»

«Δέκα φράγκα».

«Μμμ… δεν είναι και πολλά!»

«Πολλά για τι πράγμα;»

«Θα σας πω αμέσως, μαντάμ Ζιρί. Τούτη τη στιγμή, αυτό που θέλουμε να μάθουμε είναι για ποιον λόγο… για ποιον… εξαιρετικό λόγο… έχετε τεθεί ψυχή τε και σώματι στην υπηρεσία αυτού του φαντάσματος και όχι κάποιου άλλου… Φαντάζομαι πως η αφοσίωση σας δεν οφείλεται στα δύο ή δέκα φράγκα…»

«Αυτό είναι αλήθεια!… και, μα την πίστη μου, μπορώ να σας πω το λόγο, κύριε διευθυντά! Δεν υπάρχει τίποτα το κακό ή το αναξιοπρεπές… το αντίθετο μάλιστα!»

«Δεν αμφιβάλλουμε, μαντάμ Ζιρί».

«Ε, λοιπόν, να… το φάντασμα δε θέλει να μιλάω για ό,τι το αφορά…»

«Α, χα!» χαχάνισε ο Ρισάρ.

«Όμως, αυτό που θα σας πω αφορά μόνον εμένα!…» συνέχισε η γριά… «λοιπόν, ήταν στο θεωρείο No 5… Ένα βράδυ, βρίσκω εκεί ένα γράμμα για μένα… ένα είδος σημειώματος γραμμένου με κόκκινο μελάνι… Αυτό το σημείωμα κύριε διευθυντά… δε χρειάζεται να σας το διαβάσω… το ξέρω απ' έξω… και δε θα το ξεχάσω ποτέ… ακόμη κι αν ζήσω εκατό χρόνια!…»

Η μαντάμ Ζιρί, όρθια και στητή, απαγγέλει το γράμμα με συγκινητική ευφράδεια:

«Κυρία μου.

— 1825, η δεσποινίς Μενετριέ, κορυφαία, έγινε μαρκησία του Κισί.

— 1832, η δεσποινίς Μαρί Ταλιόνι, χορεύτρια, έγινε κόμισσα Ζιλμπέρ ντε Βουαζέν.

— 1846, η Λα Σότα, χορεύτρια, παντρεύεται έναν αδελφό του βασιλιά της Ισπανίας.

— 1847, η Λόλα Μοντέζ, χορεύτρια, παντρεύεται, σε ανάρμοστο γάμο, το βασιλιά Λουί ντε Μπαβιέρ και έγινε κόμισσα του Λάντσφελντ.

— 1848, η δεσποινίς Μαρία, χορεύτρια, γίνεται βαρόνη ντ' Ερμενβίλ.

— 1870, η Τερέζ Χεσλέρ, χορεύτρια, παντρεύεται τον Δον Φερνάντο, αδελφό του βασιλιά της Πορτογαλίας…»

Ο Ρισάρ και ο Μονσαρμέν ακούνε τη γριά, που καθώς προχωρά σ' αυτήν την περίεργη απαρίθμηση αυτων των ένδοξων γάμων, εμψυχώνεται, ορθώνεται, αποθρασύνεται και τελικά, εκστασιασμένη, σαν άλλη Σίβυλλα στο τρίποδό της, εξαπολύει, με μια φωνή που πάλλεται από περηφάνεια, την τελευταία φράση αυτού του προφητικού γράμματος:

«1885, η Μεγκ Ζιρί αυτοκράτειρα!»

Εξαντλημένη απ' αυτήν την υπεράνθρωπη προσπάθεια, η ταξιθέτρια σωριάζεται στην καρέκλα της λέγοντας: «Κύριοι, το γράμμα αυτό είχε την υπογραφή: Το Φάντασμα της Όπερας! Είχα ακούσει να μιλούν για το φάντασμα, όμως δεν πίστευα ούτε τα μισά απ' όσα λέγανε. Από τη μέρα όμως που μου ανάγγειλε πως η μικρούλα μου η Μεγκ, η σάρκα από τη σάρκα μου, ο καρπός των σπλάχνων μου θα γινόταν αυτοκράτειρα, πίστεψα τα πάντα για το φάντασμα».

Στην πραγματικότητα, στην πραγματικότητα δε χρειαζόταν να κοιτάξει κανείς για πολύ την ενθουσιασμένη φυσιογνωμία της μαντάμ Ζιρί για να καταλάβει το τι μπορεί ν' αποσπάσει κανείς απ' αυτή τη «διάνοια», μ' αυτές τις δυο λέξεις:

«Φάντασμα και αυτοκράτειρα».

Μα, ποιος λοιπόν κινούσε τους σπάγγους αυτής της εκκεντρικής μαριονέτας;… Ποιος;

«Δεν τον έχετε δει ποτέ; Σας μιλά και σεις πιστεύετε σε ό,τι σας λέει;» ρώτησε ο Μονσαρμέν.

«Ναι. Πρώτ' απ' όλα, σ' αυτόν χρωστώ το ότι η μικρή μου Μεγκ έγινε κορυφαία. Είχα πει στο φάντασμα: «“Αν είναι να γίνει αυτοκράτειρα το 1885, τότε δεν έχετε καιρό για χάσιμο, πρέπει να γίνει κορυφαία αμέσως τώρα”. Μου απάντησε: “Εντάξει”. Μια λέξη του στον κύριο Πολινιύ άρκεσε για να τακτοποιηθούν όλα…»

«Να, λοιπόν, που ο κύριος Πολινιύ τον είδε!»

«Όχι περισσότερο από μένα… όμως τον άκουσε! Το φάντασμα του ψιθύρισε μια λέξη στ' αφτί… το ξέρετε καλά… ήταν το βράδυ που βγήκε κάτωχρος από το θεωρείο No 5».

Ο Μονσαρμέν αναστενάζει:

«Τι ιστορία!»

«Α!» απαντά η μαντάμ Ζιρί, «πάντα πίστευα πως υπήρχαν μυστικά ανάμεσα στο φάντασμα και τον κύριο Πολινιύ. Ό,τι κι αν ζητούσε το φάντασμα απ' τον κύριο Πολινιύ, ο κύριος Πολινιύ το έκανε… Ο κύριος Πολινιύ δεν αρνιόταν τίποτα στο φάντασμα».

«Τ' ακούς Ρισάρ, ο Πολινιύ δεν αρνιόταν τίποτα στο φάντασμα».

«Ναι, ναι, τ' ακούω!» δήλωσε ο Ρισάρ. «Ο κύριος Πολινιύ είναι ένας φίλος του φαντάσματος!… και όπως η κυρία Ζιρί είναι φίλη του κυρίου Πολινιύ, να 'μαστέ όλοι μπλεγμένοι για τα καλά», πρόσθεσε μ' ένα πολύ απότομο ύφος. «Όμως, εμένα αυτό που με απασχολεί δεν είναι ο κύριος Πολινιύ… Το μόνο πρόσωπο που μ' ενδιαφέρει, δεν το κρύβω πως είναι η μαντάμ Ζιρί!… Κυρία Ζιρί, ξέρετε τι υπάρχει μέσα σ' αυτόν το φάκελο;»

«Θεέ μου, όχι, δεν ξέρω!»

«Κοιτάξτε λοιπόν!»

Η κυρία Ζιρί ρίχνει μια ανήσυχη ματιά στο φάκελο, αλλά γρήγορα ξαναβρίσκει τη λάμψη της.

«Χαρτονομίσματα των χιλίων φράγκων!» αναφωνεί.

«Μάλιστα, κυρία Ζιρί! Μάλιστα, χαρτονομίσματα των χιλίων φράγκων!… και σεις το γνωρίζατε!…»

«Εγώ… εγώ κύριε διευθυντά… σας ορκίζομαι…»

«Μην ορκίζεστε, μαντάμ Ζιρί!… Και τώρα θα σας πω αυτό το άλλο που γι' αυτό άλλωστε και σας φωνάξαμε… Κυρία Ζιρί, θα ζητήσω να σας συλλάβουν».

Τα δυο μαύρα φτερά του καπέλου που 'χε το χρώμα της στάχτης, ενώ συνήθως έμοιαζαν με δυο ερωτηματικά, ξάφνου έγιναν δυο θαυμαστικά. Όσο για το ίδιο το καπέλο, ταλαντεύτηκε απειλητικά, πάνω στο τρικυμισμένο σινιόν. Η έκπληξη, η αγανάκτηση, η διαμαρτυρία και ο τρόμος εκφράστηκαν από τη μητέρα της μικρής Μεγκ, μ' ένα είδος εκκεντρικής πιρουέτας συνοδευόμενης από ένα «ζετέ — γκλισάντ» της προσβεβλημένης της αρετής, που την έκανε να βρεθεί ξαφνικά κάτω απ' τη μύτη του κυρίου διευθυντή, ο οποίος δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και οπισθοχώρησε μαζί με την πολυθρόνα του.

«Να με συλλάβουν;!»

Το στόμα που ξεστόμισε αυτά τα λόγια, έμοιαζε έτοιμο να φτύσει στο πρόσωπο του κυρίου Ρισάρ τα τρία δόντια που του είχαν απομείνει.

Ο κύριος Ρισάρ φάνηκε ηρωικός. Δεν οπισθοχώρησε ξανά.

Ο απειλητικός του δείκτης έδειχνε ήδη στους απόντες αστυνομικούς την ταξιθέτρια του θεωρείου No 5.

«Θα πω να σας συλλάβουν, μαντάμ Ζιρί, σας καταγγέλω ως κλέφτρα!»

«Για ξαναπέστο!»

Είπε η κυρία Ζιρί και χαστούκισε μ' όλη της τη δύναμη το διευθυντή κύριο Ρισάρ, προτού ο διευθυντής κύριος Μονσαρμέν προλάβει να παρέμβει. Εκδικητική αντίδραση! Δεν ήταν μόνο το ξερό χέρι της χολερικής γριάς που χτύπησε το διευθυντικό μάγουλο, αλλά κι ο ίδιος ο φάκελος, η αιτία όλου του σκανδάλου, ο μαγικός φάκελος που άνοιξε κι άφησε να φύγουν από μέσα χαρτονομίσματα, τα οποία άρχισαν να στροβιλίζονται τρελά, σαν γιγάντιες πεταλούδες.

Οι δυο διευθυντές άφησαν μια κραυγή και η ίδια σκέψη έκανε και τους δυο να πέσουν στα γόνατα μαζεύοντας πυρετωδώς τα πολύτιμα χαρτιά.

«Εξακολουθούν να είναι γνήσια; Μονσαρμέν». «Εξακολουθούν να είναι γνήσια; Ρισάρ». «Εξακολουθούν να είναι γνήσια!!» Πάνω απ' τα κεφάλια τους τα τρία δόντια της μαντάμ Ζιρί κροτάλιζαν, εξαπολύοντας ένα ηχηρό κατηγορώ γεμάτο αποτρόπαιες εκφράσεις. Δεν ήταν σε θέση να καταλάβουν όλα όσα έλεγε. Ωστόσο, άκουγαν καθαρά το λάιτ μοτίβ:

«Κλέφτρα εγώ;… Εγώ κλέφτρα;» Πνίγεται. Φωνάζει:

«Καταστράφηκα!»

Ξάφνου, μ' ένα πήδο, ξαναβρίσκεται κάτω απ' τη μύτη του Ρισάρ.

«Εν πάση περιπτώσει», στριγγλίζει, «εσείς κύριε Ρισάρ πρέπει να ξέρετε καλύτερα από μένα που πήγαν τα είκοσι χιλιάδες φράγκα!»

«Εγώ;» ρωτάει ο Ρισάρ έκπληκτος. «Και πώς γίνεται αυτό;»

Αμέσως ο Μονσαρμέν, σοβαρός κι ανήσυχος, απαιτεί εξηγήσεις.

«Τι σημαίνει αυτό;» την ρωτάει. «Γιατί, κυρία Ζιρί, υποστηρίζετε πώς ο κύριος Ρισάρ πρέπει να ξέρει καλύτερα από σας που πήγαν τα είκοσι χιλιάδες φράγκα;»

Όσο για τον Ρισάρ, που αισθάνθηκε να κοκκινίζει κάτω από το βλέμμα του Μονσαρμέν, έπιασε το χέρι της μαντάμ Ζιρί και την ταρακούνησε βίαια. Η φωνή του μιμείται τον κεραυνό. Επιπλήττει, τουφεκίζει… κατακεραυνώνει…

«Γιατί θα 'πρεπε να ξέρω καλύτερα από σας που πήγαν τα είκοσι χιλιάδες φράγκα; Γιατί;»

«Γιατί απλούστατα, πέρασαν απ' την τσέπη σας!…» σφυρίζει η γριά γυναίκα κοιτώντας τον σαν να κοιτούσε τον ίδιο τον διάβολο.

Τώρα, είναι η σειρά του κυρίου Ρισάρ να νιώσει κεραυνοβολημένος, πρώτα απ' αυτήν την αναπάντεχη απάντηση, μετά από το ολοένα και πιο καχύποπτο βλέμμα του Μονσαρμέν. Νιώθει να χάνει το κουράγιο του, τώρα. ακριβώς που το χρειαζόταν για ν' αντικρούσει μια τόσο εξευτελιστική κατηγορία.

«Έτσι συμβαίνει πολλές φορές, κι οι πιο αθώοι, αιφνιδιασμένοι στην ειρήνη της ψυχής τους, συμπεριφέρονται σαν ένοχοι. Το ξαφνικό χτύπημα που δέχονται τους κάνει είτε να χλομιάζουν, είτε να κοκκινίζουν, να κλονίζονται, να αντιστέκονται, να καταρρέουν ή να διαμαρτύρονται. Μιλούν, όταν θα 'πρεπε να σωπάσουν, και σωπαίνουν, όταν θα 'πρεπε να μιλήσουν. Μένουν στεγνοί όταν θα 'πρεπε να ιδρώσουν και ιδρώνουν όταν θα 'πρεπε να μείνουν στεγνοί.

Ο Μονσαρμέν, αναχαίτισε την εκδικητική ορμή του αθώου Ρισάρ ενάντια στη μαντάμ Ζιρί και προσπαθεί να την ανακρίνει με… μαλακό τρόπο.

«Μα, πως μπορέσατε να υποψιασθείτε ότι ο συνεργάτης μου έβαλε τα είκοσι χιλιάδες φράγκα στην τσέπη του;»

«Δεν είπα ποτέ κάτι τέτοιο!» δηλώνει η μαντάμ Ζιρί, «δεδομένου πως εγώ η ίδια έβαλα τα είκοσι χιλιάδες φράγκα στην τσέπη του κυρίου Ρισάρ».

Πρόσθεσε με μισή φωνή:

«Ας είναι… πάει… Ελπίζω, το Φάντασμα να με συγχωρέσει!»

Καθώς ο Ρισάρ ξαναρχίζει να ουρλιάζει, ο Μονσαρμέν, αυταρχικά, τον διατάζει να σωπάσει:

«Συγνώμη! Συγνώμη! Αφήστε επιτέλους τη γυναίκα να μας εξηγήσει! Αφήστε με να τη ρωτήσω μερικά πράγματα». Και προσθέτει:

«Είναι πραγματικά παράξενος ο εκνευρισμός σου! Πλησιάζουμε στη λύση του μυστηρίου! Κι εσύ είσαι έξω φρενών! Δεν έχεις δίκιο!… Εγώ διασκεδάζω αφάνταστα».

Η κυρία Ζιρί, ως μάρτυρας, σηκώνει το κεφάλι, δείχνοντας το πρόσωπο της που λαμποκοπά από την πίστη της στην αθωότητα της.

«Μου λέτε πώς μέσα στο φάκελο που έβαζα στην τσέπη του κυρίου Ρισάρ υπήρχαν είκοσι χιλιάδες φράγκα, όμως εγώ, σας το επαναλαμβάνω, δεν ήξερα τίποτα… Εξάλλου, ούτε ο κύριος Ρισάρ ήξερε τίποτα!»

«Α, χα!» είπε ο Ρισάρ, αποκτώντας ξαφνικά ένα ηρωικό ύφος που καθόλου δεν άρεσε στον Μονσαρμέν. «Ώστε, λοιπόν, ούτε και γω ήξερα τίποτα! Βάζατε είκοσι χιλιάδες φράγκα στην τσέπη μου και δεν ήξερα τίποτα! Χαίρομαι πολύ που το λέτε αυτό, μαντάμ Ζιρί».

«Ναι», συμφώνησε, η τρομερή κυρία… «είναι αλήθεια!… Δεν ξέραμε τίποτα, ούτε γω, ούτε εσείς!… Όμως εσείς, δεν μπορεί… τελικά, θα 'πρεπε κάτι να καταλάβετε».

Δεν υπήρχε αμφιβολία πως αν δεν ήταν εκεί ο Μονσαρμέν, ο Ρισάρ θα κατασπάραζε τη μαντάμ Ζιρί! Όμως, ο Μονσαρμέν την προστατεύει. Επιταχύνει τις ερωτήσεις.

«Μα, ποιον φάκελο βάλατε στην τσέπη του κυρίου Ρισάρ; Δεν μπορεί να 'ταν αυτός που σας δώσαμε, αφού αυτόν, μπροστά στα μάτια μας, τον αφήσατε στο τραπεζάκι του θεωρείου No 5. Εκεί όμως, βρισκόντουσαν τα είκοσι χιλιάδες φράγκα».

«Με συγχωρείτε! Το φάκελο που μου έδινε ο κύριος διευθυντής έβαζα στην τσέπη του κυρίου διευθυντή!» εξηγεί η μαντάμ Ζιρί. «Όσο γι' αυτόν που άφηνα στο τραπεζάκι του θεωρείου του φαντάσματος, ήταν ένας άλλος φάκελος, ακριβώς ίδιος με τον άλλον, που τον είχα φέρει εγώ και που σε μένα τον είχε δώσει το φάντασμα!»

Μ' αυτά τα λόγια η μαντάμ Ζιρί βγάζει απ' το μανίκι της ένα φάκελο ολόιδιο μ' αυτόν που περιείχε τα είκοσι χιλιάδες φράγκα. Οι κύριοι διευθυντές τον αρπάζουν. Τον εξετάζουν και διαπιστώνουν πως είναι σφραγισμένος με τις σφραγίδες τους. Τον ανοίγουν… Έχει μέσα τα είκοσι χιλιάδες φράγκα της Αγίας Φάρσας, όμοια μ' αυτά που είχαν βρει τον περασμένο μήνα».

«Πόσο απλό είναι!» λέει ο Ρισάρ.

«Πόσο απλό είναι!» επαναλαμβάνει, πιο ήρεμος παρά ποτέ, ο Μονσαρμέν.

«Τα εντυπωσιακότερα κόλπα είναι πάντα τα απλούστερα», απαντά ο Ρισάρ. «Αρκεί ένας συνεργάτης…»

«Ή μια ελαφρόμυαλη γυναίκα!» προσθέτει με τη στριγγή φωνή του ο Μονσαρμέν και συνεχίζει με τα μάτια καρφωμένα στη μαντάμ Ζιρί, σαν να 'θελε να την υπνωτίσει.

«Λοιπόν, αν κατάλαβα καλά, ήταν το φάντασμα αυτός που σας έδωσε τούτο το φάκελο και ήταν το φάντασμα αυτός που σας είπε να το βάλετε στη θέση του φακέλου που σας δίναμε. Το φάντασμα και πάλι ήταν αυτός που σας έλεγε να βάλετε το «γνήσιο» φάκελο στην τσέπη του κυρίου Ρισάρ;»

«Ω! ναι! Το φάντασμα!»

«Λοιπόν, κυρία μου, μήπως μπορείτε να μας κάνετε μια μικρή επίδειξη των ικανοτήτων σας;… Να ο φάκελος. Κάντε σαν να μην ξέραμε τίποτα».

«Στη διάθεση σας, κύριοι!»

Η μαντάμ Ζιρί ξαναπαίρνει το φάκελο με τα είκοσι χιλιάδες φράγκα και προχωρά προς την πόρτα. Ετοιμάζεται να βγει έξω.

Οι δυο διευθυντές έχουν κιόλας πέσει πάνω της.

«Α όχι! Όχι! δε θα μας “τη φέρουν” ξανά! Αρκετά ανεχτήκαμε αυτήν την ιστορία! Δε θα ξαναρχίσουμε τα ίδια!»

«Με συγχωρείτε κύριοι», λέει η γριά. «Συγνώμη. Εσείς μου είπατε να κάνω σαν να μην ήξερα τίποτα!… Ε, λοιπόν, αν δεν ήξερα τίποτα, θα 'φευγα με το φάκελο σας!»

«Καλά, μα τότε, πώς θα το βάζατε στην τσέπη μου;» την αντικρούει ο Ρισάρ ενώ ο Μονσαρμέν δε σταματά λεπτό να τον παρακολουθεί με την άκρη του αριστερού του ματιού, ενώ το δεξί του είναι υπεραπασχολημένο με τη μαντάμ Ζιρί — κατάσταση δύσκολη για το ανθρώπινο βλέμμα· όμως, ο Μονσαρμέν είναι αποφασισμένος για όλα φτάνει ν' ανακαλύψει την αλήθεια.

«Πρέπει να σας βάλω το φάκελο στην τσέπη τη στιγμή που δε θα το περιμένετε καθόλου, κύριε διευθυντά. Ξέρετε πως πάντα, κατά τη διάρκεια της παράστασης, έρχομαι και κάνω ένα γύρο στα παρασκήνια και συχνά συνοδεύω, όπως άλλωστε μου το επιβάλλει το μητρικό μου καθήκον, την κόρη μου, στο φουαγιέ του χορού. Της φέρνω τις κάλτσες και καμιά φορά το μικρό της ποτιστήρι… Μ' άλλα λόγια μπορώ και πηγαινοέρχομαι άνετα… Το ίδιο και τα μέλη… Το ίδιο και σεις, κύριε διευθυντά… Υπάρχει πολύς κόσμος…

Περνώ πίσω σας και χωρίς να με πάρετε είδηση βάζω το φάκελο στην πίσω τσέπη σας!… Είναι απλό!… δεν πρόκειται για μάγια!»

«Δεν πρόκειται για μάγια!» μουρμουρίζει ο Ρισάρ γουρλώνοντας κάτι μάτια κεραυνοκρατούντος Διός… δεν πρόκειται για μάγια! Μα, σας συλλαμβάνω να ψεύδεστε ασύστολα, γριά μάγισσα!»

Η αξιότιμη κυρία θίγεται όχι τόσο από τα προσβλητικά λόγια αλλά από το ότι αμφισβητούν την ειλικρίνεια της και την καλή της πίστη. Ορθώνεται, αγριεύει, τα τρία της δόντια προβάλουν απειλητικά.

«Γιατί;»

«Γιατί εκείνο το βράδυ, το πέρασα ολόκληρο μέσα στην αίθουσα, παρακολουθώντας το θεωρείο No 5 και τον ψεύτικο φάκελο που είχατε αφήσει εκεί. Δεν κατέβηκα στο φουαγιέ του χορού ούτε για μισό λεπτό…»

«Κύριε διευθυντά, δεν έβαλα το φάκελο στην τσέπη σας εκείνο το βράδυ!… αλλά το βράδυ της επόμενης παράστασης… Σταθείτε… ήταν το βράδυ που ο κύριος υπογραμματέας του Κράτους στη Σχολή Καλών Τεχνών…»

Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ο κύριος Ρισάρ σταματά απότομα τη μαντάμ Ζιρί…

«Μα, ναι… είναι αλήθεια», λέει αναπολώντας, «θυμάμαι…, τώρα θυμάμαι! Ο κύριος δεύτερος γραμματέας του Κράτους είχε έρθει στα παρασκήνια. Με ζήτησε. Κατέβηκα για μια στιγμή στο φουαγιέ του χορού. Βρισκόμουν στα σκαλιά του φουαγιέ… Ο κύριος δεύτερος γραμματέας του Κράτους και ο σύμβουλός του ήταν στο φουαγιέ… Ξάφνου, γύρισα πίσω… και σας είδα που περνούσατε πίσω μου… μαντάμ Ζιρί… Μάλιστα, μου φάνηκε πως μ' αγγίξατε… Δεν υπήρχε κανείς άλλος πίσω μου… μόνο εσείς… Α! είναι σαν να σας βλέπω…»

«Λοιπόν, μάλιστα… αυτό είναι, κύριε διευθυντά! Αυτό είναι! Μόλις είχα ολοκληρώσει την αποστολή που είχε σχέση με την τσέπη σας! Μα την αλήθεια, κύριε διευθυντά… η τσέπη σας είναι πολύ βολική!»

Για μια ακόμη φορά, η κυρία Ζιρί συνοδεύει τα λόγια της με κίνηση… Περνά πίσω απ' τον κύριο Ρισάρ, τόσο γρήγορα, που ακόμη κι ο Μονσαρμεν, που τώρα την παρακολουθεί και με τα δυο του μάτια, αιφνιδιάζεται, κι αφήνει το φάκελο μέσα στην τσέπη του κυρίου διευθυντή.

«Πράγματι!» αναφωνεί ο Ρισάρ λίγο χλομός… «Ήταν πολύ έξυπνο αυτό εκ μέρους του Φ.τ.Ο. Το πρόβλημα γι' αυτόν είχε ως εξής: έπρεπε ν' αποφύγει κάθε επικίνδυνο ενδιάμεσο ανάμεσα σ' εκείνον που δίνει τα είκοσι χιλιάδες φράγκα και σ' εκείνον που τα παίρνει! Δεν μπορούσε να βρει καλύτερη λύση από το να 'ρχεται ο ίδιος να τα παίρνει απ' την τσέπη μου δίχως να τον παίρνω είδηση, πράγμα εύκολο σχετικά, από τη στιγμή που δεν ήξερα καν πως τα λεφτά βρίσκονται στην τσέπη μου… δεν είναι αξιοθαύμαστο;»

«Πραγματικά αξιοθαύμαστο! Δεν υπάρχει αμφιβολία», υπερθεμάτισε ο Μονσαρμεν… «μόνο που ξεχνάς Ρισάρ, πως είχα δώσει κι εγώ δέκα χιλιάδες φράγκα και πως στη δική μου τσέπη δεν έβαλαν τίποτα!»

Загрузка...